Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2014

Τρεις Ιεράρχες και Ελληνική Παιδεία

Τρεις Ιεράρχες και Ελληνική Παιδεία
Τρεις Ιεράρχες και Ελληνική Παιδεία
Στὴ μνήμη τῶν ἁγίων Τριῶν Ἱεραρχῶν, προστατῶν τῆς Παιδείας, καλὸ θὰ ἦταν νὰ ξαναθυμηθοῦμε οἱ σημερινοὶ Νεοέλληνες ποιὰ Παιδεία ὁραματίστηκαν οἱ τρεῖς τους γιὰ τὴν παίδευση καὶ τὸ φωτισμὸ ὅλης τῆς οἰκουμένης – καθὼς ἀναδείχθηκαν οἱ ἴδιοι μέγιστοι οἰκουμενικοὶ διδάσκαλοι -ὅπως ἐπίσης καὶ ποιὰ πορεία ἀκολούθησε ἡ Παιδεία μας, τῶν Νεοελλήνων, μέχρι τὶς ἡμέρες μας.
Συνηθίζουμε νὰ ὀνομάζουμε τοὺς Τρεῖς Ἱεράρχες θεμελιωτὲς τῆς ἑλληνοχριστιανικῆς παιδείας καὶ τοῦ πολιτισμοῦ. Τὸ ἀκριβὲς θὰ ἦταν νὰ τοὺς ἐκλαμβάνουμε ὄχι ὡς τοὺς θεμελιωτὲς αὐτοῦ τοῦ μέγιστου θαύματος ποὺ ἔζησε ἡ οἰκουμένη γιὰ 1.000 χρόνια, τῆς συνδέσεως δηλαδὴ τῆς ἑλληνικῆς παιδείας μὲ τὴ διδασκαλία τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ ἐκείνους ποὺ ὑπηρέτησαν, προήγαγαν καὶ διέσωσαν ὅσο κανεὶς ἄλλος προηγουμένως, αὐτὴ τὴ σύνδεση...
Καὶ τὸ λέμε αὐτό, διότι αὐτὴ καθεαυτὴν ἡ ἕνωση τοῦ ἑλληνικοῦ πνεύματος μὲ τὴ χριστιανικὴ πίστη ἐπετεύχθη ἀμέσως μὲ τὴν ἐμφάνιση καὶ ἐξάπλωση τοῦ χριστιανικοῦ κηρύγματος, καθὼς ὅλη ἡ Καινὴ Διαθήκη γράφτηκε στὴν ἑλληνικὴ γλώσσα. Ἐπιπλέον τὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου, μάλιστα μὲ τὴ δράση τοῦ Ἀποστόλου τῶν Ἐθνῶν Παύλου, ἔγινε οἰκουμενικό, καθὼς ἐξαπλωνόταν μέσα σ’ ἕναν κόσμο ποὺ τὸ πολιτιστικό του καὶ παιδευτικὸ ὑπόβαθρο ἦταν κατεξοχὴν ἑλληνικό. Ἤδη ἀπὸ τὶς κατακτήσεις τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, ἀλλὰ καὶ ἔπειτα, μὲ τὴ συνένωση ὅλων τῶν ἐθνῶν κάτω ἀπὸ τὴ ρωμαϊκὴ κυριαρχία, τῆς ὁποίας ὁ πολιτισμὸς ἦταν ἑλληνικός, ὅλος ὁ τότε κόσμος δεχόταν τὸ χριστιανικὸ κήρυγμα μὲ τὸ ἔνδυμα τοῦ ἑλληνικοῦ λόγου καὶ τῆς ἑλληνικῆς σκέψεως.
Οἱ ἅγιοι Τρεῖς Ἱεράρχες διεφύλαξαν σώα αὐτὴ τὴ σύνδεση καὶ τὴν προώθησαν ἀκόμα περισσότερο. Μὲ τὴν ἐκπληκτικὴ προσωπική τους μόρφωση καὶ παιδεία διέσωσαν στὰ συγγράμματά τους ὑγιὴ τὸν Ἑλληνισμό, ὁ ὁποῖος διαφορετικὰ θὰ ἔσβηνε μαζὶ μὲ τὴν ἐξαφάνιση τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς θρησκείας καὶ τῶν ἀρχαίων φιλοσοφικῶν σχολῶν. Τὸν διέσωσαν καὶ τὸν παρέδωσαν ἀποκαθαρμένο ἀπὸ τὶς ἀναισχυντίες καὶ τὶς κατωτερότητες τῆς ἀρχαιοελληνικῆς θρησκείας. Σκοπός τους στάθηκε «ἡ αἵρεσις (=ἐκλογή) τῆς ὠφελίμου παιδείας πρὸς ἀποφυγὴν τῆς ἀνοήτου καὶ βλαβερᾶς» (Μ. Βασίλειος, ΕΠΕ 7, 378), ὅπως αὐτὸ φαίνεται σαφῶς στὸ λόγο τοῦ Μεγάλου Βασιλείου πρὸς τοὺς νέους, γιὰ τὸ πῶς νὰ ὠφελοῦνται ἀπὸ τὰ ἑλληνικὰ γράμματα (βλ. ΕΠΕ 7, 316-358).
Οἱ μέγιστοι φωστῆρες τῆς Τρισηλίου θεότητος ἀντιτάχθηκαν σθεναρὰ στὸ ψευδοδίλημμα τῆς ἀπαγκιστρώσεως τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἀπὸ τὸν Χριστιανισμό· δίλημμα ποὺ εἶχε τεθεῖ τότε ἀπὸ τὸν ἀποστάτη αὐτοκράτορα Ἰουλιανό, ὁ ὁποῖος μὲ κάθε τρόπο προσπάθησε νὰ καταδικάσει σὲ ἀπαιδευσία καὶ ἀμάθεια τοὺς χριστιανούς, ἀπαγορεύοντάς τους νὰ φοιτοῦν σὲ πανεπιστημιακὲς σχολὲς καὶ ἐξορίζον τάς τους ἀπὸ τὴ διδασκαλικὴ ἕδρα. Στεντόρεια τότε ὑψώθηκε ἡ φωνὴ τοῦ ἄλλοτε συμφοιτητῆ του ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, ὁ ὁποῖος ὑποστήριξε μὲ κάθε τρόπο τὸ δικαίωμα τῶν χριστιανῶν νὰ μετέχουν στὴν ἑλληνικὴ παιδεία. Ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ δὲν κατόρθωσε τότε ὁ Ἰουλιανός, τὸ ἐπέλεξε γιὰ τὴν πνευματική του πορεία τὸ νεοσύστατο, με τὰ τεσσάρων αἰώνων δουλεία, ἑλληνικὸ κράτος ἀπὸ τὸ 1832 καὶ ἔπειτα. Τότε, μὲ τοὺς Βαυαροὺς τοῦ Ὄθωνος ἐπιχειρήθηκε μιὰ ἀναγκαστικὴ καὶ βεβιασμένη ρήξη τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἀπὸ τὸν Χριστιανισμό, ἡ ὁ ποία ἔμελλε νὰ καταδικάσει σὲ πνευματικὴ ἀφαίμαξη καὶ ἐκφυλισμὸ ὅλον τὸν Νέο Ἑλληνισμό.
Ἀπὸ τότε καὶ ἔπειτα, μὲ συνεχεῖς νόμους καὶ ἀποφάσεις τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας καὶ τῶν ὑπευθύνων τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας, ἡ φύτρα τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους, ἡ νεολαία τοῦ τόπου αὐτοῦ μένει καταδικασμένη σὲ πλήρη ἀποκοπὴ ἀπὸ τὶς πνευματικές της ρίζες, αὐτὲς ποὺ κάποτε ἀνέδειξαν τὸ ἔθνος σὲ οἰκουμενικὴ δύναμη, μὲ ἀποστολὴ νὰ φωτίσει ὅλο τὸν κόσμο μὲ τὸ φῶς τῆς Ἀλήθειας.
Δὲν θὰ ἀναφερθοῦμε στὰ συγκεκριμένα βήματα ποὺ ἔγιναν – ἢ καλύτερα νὰ τὰ ὀνομάσουμε ἐθνικὰ ἐγκλήματα ποὺ διεπράχθησαν ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν Πολιτεία στὸν τομέα τῆς Παιδείας· ἐξάλλου εἶναι γνωστά. Μόνο κάτι θὰ ὑπενθυμίσουμε: τὸ γεγονὸς ὅτι ἐδῶ καὶ δύο χρόνια ἡ Παιδεία στὸν τόπο ἐτοῦτο ἔχει πάψει ὄχι μόνο νὰ εἶναι ἀλλὰ καὶ νὰ λέγεται ἐθνική. Τὸ Ὑπουργεῖο ἀπὸ Ἐθνικῆς Παιδείας πλέον εἶναι Παιδείας. Ἄραγε εἴμαστε σὲ θέση νὰ συνειδητοποιήσουμε τί σημαίνει αὐτό; Καὶ ὅτι πλέον παραδιδόμαστε ἀπὸ τὸ ἴδιο τὸ Κράτος μας ἕρμαια στὰ στυγερὰ χέρια τῆς παγκόσμιας διεθνιστικῆς συμμορίας ποὺ ἀκούει στὸ ὄνομα «Νέα Τάξη Πραγμάτων»;
Μέχρι πότε ὅμως θὰ σιωποῦμε καὶ δὲν θὰ ἐξεγειρόμαστε μπροστὰ σὲ τούτη τὴν ἐθνικὴ προδοσία; Μήπως εἶναι καιρὸς τὸ πνεῦμα τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν νὰ ἀρδεύσει καὶ πάλι τὴν Παιδεία μας; Γιὰ νὰ μπορέσει ὁ τόπος τοῦτος νὰ ζήσει...
πηγή: Ο ΣΩΤΗΡ, 15/1/2012

ασκητικη- ησυχαστικη παραδοση

 

«Από την ασκητική και ησυχαστική αγιορείτικη Παράδοση»

Κυκλοφόρησε το βιβλίο «Από την ασκητική και ησυχαστική αγιορείτικη Παράδοση». Το βιβλίο διασώζει συναξάρια, περιστατικά και αποφθέγματα συγχρόνων Γερόντων που έζησαν στο Άγιον Όρος τα τελευταία κυρίως χρόνια. Σημειώνεται χαρακτηριστικά στα Προλεγόμενα του βιβλίου:
«Εύρισκες παλαιά Γέροντες στο Άγιον Όρος με το κομποσχοίνι στο χέρι και το σακίδιο στην πλάτη να οδοιπορούν μεγάλες αποστάσεις μέσα στα δύσβατα μονοπάτια. Τα σώματα τους ήταν αποξηραμμένα από την πολυετή άσκηση, τα μάτια τους βαθουλωμένα από τις αγρυπνίες και το στόμα τους ξηρό από τις συνεχείς ενάτες. Μερικά γεροντάκια ήταν έγκλειστα στα Κελλιά τους. Δεν πήγαιναν στις Καρυές ή στην Δάφνη για προμήθειες, αλλά ο Θεός έστελνε αγγέλους αγάπης, μοναχούς, πού τους βοηθούσαν. Δεν είχαν ανθρώπινες παρηγοριές και κοσμικές ανέσεις, αλλά αισθάνονταν οι ίδιοι αυτάρκεις, ανενδεείς και ήταν τελείως αμέριμνοι. Άλλοι σεβάσμιοι Γέροντες πού έζησαν με υπομονή στο Κοινόβιο και λευκάνθηκαν στην υπακοή και στα διακονήματα, ανέπνεαν τον Θεόν και τον Γέροντα και έφθασαν σε μέτρα απαθείας...

Πολλά γεροντάκια «στεγνά» από την άσκηση έκρυβαν μέσα τους πνεύμα και ζωή. Εξωτερικά ήταν άπλυτοι με παλαιά, ρυπαρά και σχισμένα ζωστικά, αλλά σε αυτό το ατημέλητο σκεύος έκρυβαν τον πολύτιμο θησαυρό, την θεία χάρι πού απέκτησαν με τόσους αγώνες και νυχθήμερα παλαίσματα. Ήταν ξένοι του κόσμου αλλά οικείοι του Θεού. Αγνοούσαν τις κοσμικές εξελίξεις αλλά γνώριζαν καλά «την οδόν την άγουσαν εις ζωήν αιώνιον». Κακοπαθούσαν και προσεύχονταν για τους τρυφώντες και αναπαυομένους. Αγρυπνούσαν για τους υπνούντες. Έχυναν δάκρυα και μετανοούσαν για τους γελώντες. Αν και απόμακροι από τον κόσμο αισθάνονταν αδελφούς όλους τους ανθρώπους και τους αγκάλιαζαν με την προσευχή τους.
Οι παλαιοί Πατέρες είχαν την απλότητα στον τρόπο της ζωής τους αλλά και στον χαρακτήρα. Δεν θεωρούσαν τους εαυτούς τους πνευματικούς. Είχαν επίγνωση των αδυναμιών τους και ζούσαν την μετάνοια. Εύχονταν μεταξύ τους «καλή μετάνοια καί καλό τέλος».
Αυτούς τους αγιασμένους Γέροντες που υπάρχουν μέχρι σήμερα, δεν τους βρίσκεις εύκολα, γιατί γνωρίζουν να κρύβωνται έντεχνα. Άλλα και αν τους συνάντησης πρέπει να έχης πνευματικά αισθητήρια για να τους αναγνώρισης και να επικοινωνήσης μαζί τους. Πολλοί Πατέρες δεν απεκάλυψαν τα βιώματα τους και την θεόσοφη διδασκαλία τους. Τα πήραν μαζί τους ως μυστική προσφορά στον αγωνοθέτη Κύριο. Άλλοι όμως για να βοηθήσουν νεώτερους μοναχούς έδιναν συμβουλές ή απεκάλυπταν λίγα από τα βιώματα τους, ενώ άλλα οικονόμησε ο Θεός και υπέπεσαν στην αντίληψη τρίτων. Αυτά τα γνωστά κατορθώματα τους γίνονται αφορμές ασκητικών αγώνων στους νεωτέρους, χειροπιαστά παραδείγματα της παρουσίας του Θεού και διάψευση εκείνων πού τους κατατάσσουν στο παρελθόν. Η κάθε γενεά έχει το δικό της θεοφιλές παρόν πού στην συνέχεια γίνεται παρελθόν.
Τα αγκάθια και τα ζιζάνια δεν έλειψαν ποτέ από το Περιβόλι της Παναγίας. Αλλά παλαιότερα υπήρχαν πολλοί ενάρετοι αγωνιστές στα Κοινόβια, στην έρημο, ακόμη και στα Ιδιόρρυθμα. Έτσι γινό¬ταν μία καλή παρακίνηση για τα πνευματικά. Οι συζητήσεις ήταν για θαύματα, ασκήσεις και για την σωτηρία. Το Άγιον Όρος τότε ήταν απόμακρο από τον κόσμο, πιο ησυχαστικό, πιο μυστικό, πιο αθόρυβο, πιο ασκητικό. Οι παλαιοί Αγιορείτες εξαιρέτως είχαν περισσότερο σεβασμό στην Παράδοση, στις Αρχές και στους Θεσμούς. Με σεβασμό κράτησαν ό,τι παρέλαβαν από τους προκατόχους τους. Είχαν μεγάλη ευλάβεια στην Παναγία και εμπιστοσύνη στην πρόνοια Της. Ήταν υπομονετικοί στις ασθένειες, στους πειρασμούς και στις δοκιμασίες, και δεν ξεχνούσαν τον σκοπό της αποταγής τους, την σωτηρία της ψυχής τους. Είχαν πραγματική ξενητεία, η ζωή τους ήταν συνυφασμένη με τον κόπο. Στερούνταν υλικά αγαθά και απέφευγαν την άνεση. Είχαν απλότητα και όχι ορθολογισμό, βιώματα και όχι στείρες γνώσεις, είχαν ήθος Καλογερικό.
Από αυτούς λοιπόν τους βιαστές της φύσεως και τους επιθυμητές της Βασιλείας των ουρανών γνωρίζοντας την επίμονη και ποικιλόμορφη άσκηση τους, τις νηπτικές αναβάσεις τους, το απλό και ανόθευτο ήθος τους και το ολοκληρωτικό δόσιμο στον Θεό, μπορούμε να πάρουμε και εμείς πυρ άφθαρτο για να εξαφθή ο ζήλος μας για αγώνες και προσευχή.
Είναι τιμή μας πού μας κατέταξε η χάρις του Θεού στο μοναχικό τάγμα και ανήκουμε στην μεγάλη αγιορείτικη οικογένεια. Αποτελεί χρέος και καθήκον μας να σεβαστούμε την αγιορείτικη μοναχική παράδοση, να ακολουθήσουμε τα ίχνη των παλαιοτέρων Πατέρων, να προσπαθήσουμε να ζούμε, όπως έζησαν εκείνοι και να κάνουμε τα έργα τους.
Όλα όσα αναφέρονται στο ανά χείρας βιβλίο, είναι πράξεις (ασκητικά κατορθώματα ή πτώσεις) και πρακτική διδασκαλία Αγιορειτών. Γράφονται για να παρακινήσουν σε μετάνοια και σε μίμηση της ασκητικής βιοτής τους ή να μας κάνουν προσεκτικούς με τα παθήματά τους».

Κεντρική – αποκλειστική διάθεση του βιβλίου:
Ιερόν Ησυχαστήριον
«Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος»
63088 Μεταμόρφωση Χαλκιδικής

Τηλέφωνον: 2375061592 και 2375061103
Τηλεομοιότυπον (FAX): 2375061103

Α΄ έκδοση 2011
Σελ. βιβλίου: 830
Τιμή βιβλίου:17€

Τρίτη 3 Δεκεμβρίου 2013

Ο ΑΓΙΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΚΑΙ Η ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΩΝ ΦΙΛΙΑΤΡΙΝΩΝ



Ο ΑΓΙΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΚΑΙ Η ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΩΝ ΦΙΛΙΑΤΡΙΝΩΝ



 
 
Ο ΑΓΙΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ
ΚΑΙ Η ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΩΝ ΦΙΛΙΑΤΡΙΝΩΝ
ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ: ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ

Ιδιαίτερα εντυπωσιακό είναι κάποιο θαύμα τού Αγίου Χαραλάμπου που συνέβη το 1944.
Στην νοτιοδυτική Πελοπόννησο, στην επαρχία Τριφυλίας, υπάρχει μία γραφική πόλις με 9.000 κατοίκους, τα Φιλιατρά. Πολιούχος της πόλεως είναι ο Αγιος Χα­ράλαμπος, και κάθε χρόνο στις 10 Φεβρουαρίου γίνεται μεγάλο πανηγύρι προς τιμήν του, και κατεβαίνουν σ' αυ­τό και οι Φιλιατρινοί που μένουν στην Αθήνα.
Σ' αυτό το πανηγύρι πηγαίνει κάθε χρόνο και ένας ηλικιωμένος Γερμανός, ονόματι Κοντάου, με την οικο­γένειά του. Έρχεται από μακρυά. Και θα έλεγε κανείς: «Τι τού ήρθε, ώστε έτσι στα καλά καθούμενα να ξεκινά από την Γερμανία για ένα τόσο μακρινό ταξείδι»!
 Ο άνθρωπος αυτός στην περίοδο της κατοχής ήταν αξιωματικός τού Γερμανικού στρατού, και για ένα διάστη­μα χρημάτισε φρούραρχος Φιλιατρών. Εκείνο τον και­ρό — βρισκόμαστε στο 1944 — μερικοί Έλληνες αντάρ­τες έκαναν κάποιο σαμποτάζ, φονεύοντας σε ενέδρα αρκε­τούς Γερμανούς. Εξαγριώθηκαν τότε οι κατακτητές και από το στρατηγείο της Τριπόλεως δόθηκε εντολή στον Κοντάου, την ημέρα που θα ξημέρωνε, στις 6 το πρωί, να καούν τα μισά Φιλιατρά και να εκτελεσθούν εκατό περί­που Φιλιατρινοί. Όπως ήταν φυσικό, τρόμος και πανικός κατέλαβε όλους τους κατοίκους. Ήξεραν ότι οι Γερμα­νικές διαταγές ήταν αμετάκλητες. Τίποτε δεν τους έσωζε από τον όλεθρο και την συμφορά. Το πρωί (19 Ιουλίου) όμως ενώ έφθασε η κανονισμένη ώρα δεν έβλεπαν καμμία κίνησι. Απόρησαν. Τι άραγε να είχε συμβή;
Εκείνη την νύχτα οι πιστοί εζήτησαν με καυτά δά­κρυα την προστασία τού Αγίου Χαραλάμπου. Και εκεί­νος ενήργησε θαυμαστά. Παρουσιάσθηκε στον Γερμανό φρούραρχο, τον Κοντάου, και τού είπε να μην εκτέλεση την διαταγή. Τού υποσχέθηκε ακόμη πως δεν θα τιμωρηθή από τον ανώτερο του και ότι θα επιστρέψη και αυτός και οι στρατιώτες του σώοι στην πατρίδα τους. Ο Κον­τάου, στην αρχή έδειχνε ψυχρός και ασυγκίνητος. Συνο­λικά ο Αγιος τού εμφανίσθηκε τρεις φορές για να τον πείση πως πρόκειται για κάτι το υπερφυσικό και πρέπει να υπακούση.
Το αξιοθαύμαστο είναι ότι ο Αγιος παρουσιάσθηκε και στον Γερμανό στρατηγό στην Τρίπολι. Το πρωί ο Κοντάου εζήτησε τους ιερείς των τεσσάρων ενοριών της πόλεως. Εκείνοι παρουσιάσθηκαν έντρομοι εμπρός του. Που να ήξεραν το τι είχε μεσολαβήσει εκείνη την νύχτα! Μαζί τους εγύρισε στις Εκκλησίες των Φι­λιατρών και παρατηρούσε τις εικόνες. Στην τέταρτη Εκ­κλησία, στα Εισόδια της Θεοτόκου, στην επιλεγόμενη «Γουβιώτισσα» βλέποντας μία εικόνα — ένα γέροντα με κάτασπρη γενειάδα, ντυμένο ιερατικά άμφια — ανεφώνησε: «Να! αυτός είναι!» και έπεσε εμπρός του να τον προσκυνήση. Μόλις σηκώθηκε λέει στους έκπληκτους ιερείς: «Σας έσωσε ο Άγιος αυτός, που έσωσε κι' εμένα από βαρύ κρίμα».
Έτσι με την επέμβασι τού πολιούχου η πόλις εγλύτωσε από την φωτιά και την σφαγή. Θαύμα ολοζώντανο και συγκλονιστικό. Οι ψυχές όλων των Χριστιανών βυ­θίσθηκαν σε βαθειά συγκίνησι.
Το 1945 ενώ πια ο πόλεμος είχε λήξει, οι επίσημοι των Φιλιατρών ειδοποιήθηκαν από τον Κοντάου, να τον περιμένουν κι' αυτόν στην πανηγύρι τού Αγίου. Θα ερχό­ταν με την οικογένειά του να ευχαριστήση τον Άγιο που, όπως τού υποσχέθηκε, τον επέστρεψε σώο στην πατρίδα του. Έτυχε μάλιστα λόγω βλάβης τού αυτοκινήτου του και μερικών άλλων εμποδίων να φθάση στις 12 Φεβρουα­ρίου. Οι Φιλιατρινοί και όλοι οι κάτοικοι της περιφερείας τού επεφύλαξαν ενθουσιώδη υποδοχή. Προς χάρι του επανέλαβαν την πανηγύρι. Εκείνος ανέβηκε σ' έναν εξώ­στη και μίλησε ελληνικά προς τα πλήθη. Τους είπε μά­λιστα ότι πριν αναχώρηση για την Ελλάδα είδε πάλι στον ύπνο του τον Άγιο Χαράλαμπο και τού είπε: «Σε περιμένω στα Φιλιατρά, όπου έδειξες την πίστι σου. Όλοι θα σε υποδεχθούν με μεγάλη χαρά». Συγκίνησις και ιερός ενθουσιασμός είχε καταλάβει τους πάντες.
Και το τοπικό αγιολόγιο σημειώνει:
 «Τη αυτή ημέρα, δεκάτη ενάτη Ιουλίου, μνήμην ποιούμεθα τού εξαισίου θαύματος τού Αγίου ενδόξου Ιερομάρτυρος Χαραλάμ­πους, ος ταίς προς Θεόν πρεσβείαις πολλοί των πολιτών της Εράνης εσώθησαν εκ βεβαίας εις θάνατον καταδίκης υπό των Γερμανικών δυνάμεων κατοχής εν έτει 1944».
Πράγματι, «θαυμαστός ο Θεός εν τοις αγίοις αυτού».


ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΝ ΕΓΚΟΛΠΙΟΝ   www.egolpion.com
4 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2011



Read more: http://www.egolpion.com/agxaralampos_filiatra.el.aspx#ixzz2mQDxb87m

ΑΜΑΡΤΩΛΩΝ ΣΩΤΗΡΙΑ-Λόγοι παρηγοριάς στους θλιμμένους

ΑΜΑΡΤΩΛΩΝ ΣΩΤΗΡΙΑ-Λόγοι παρηγοριάς στους θλιμμένους



 
 
Επιλογή και διασκευή ψυχωφελών κειμένων από το βιβλίο
ΑΜΑΡΤΩΛΩΝ ΣΩΤΗΡΙΑ*
του μοναχού Αγαπίου Λάνδου του Κρητός

ΠΩΣ ΘΑ ΣΩΘΟΥΜΕ
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ

Λόγοι παρηγοριάς
στους θλιμμένους

Όσα διάβασες ως εδώ, θα ήταν αρκετά για να παρηγορηθείς και να καταλάβεις πόσο ωφελείσαι από τις θλίψεις, αν δεν ήσουν κι εσύ, όπως όλοι μας, άνθρωπος αδύναμος. Για την αδυναμία, λοιπόν, και τη χαυνότητα της φύσεως, καθώς και για μεγαλύτερη ψυχική σου ενίσχυση, διάβασε και όσα είναι γραμμένα πιο κάτω.

α΄. Η καλύτερη παρηγοριά για τους θλιμμένους είναι η επίγνωση των αμαρτημάτων τους
Το πρώτο σου γιατρικό, το πρώτο παυσίπονο που θα πάρεις στον καιρό των θλίψεων, ας είναι τούτος ο καλός λογισμός, που αναφέραμε και πρίν, όται για τις πολλές σου αμαρτίες σου άξιζαν χειρότερα δεινά. Και μην τολμήσεις να πεις, όπως μερικοί ανόητοι, ότι δεν έχεις κάνει κανένα κακό. Όλοι έχουμε αμαρτήσει, με τον ένα τρόπο ή με τον άλλο. Όταν οι άγιοι Τρεις Παίδες μέσα στο καμίνι δόξαζαν το Θεό λέγοντας, “Ας είσαι δοξασμένος Κύριε, γιατί με ακρίβεια και δικαιοκρισία ξεσήκωσες όλα τούτα εναντίον μας, εξαιτίας των αμαρτιών μας” (Δαν., Προσ. Άζαρ.: 2, 4), τι να πούμε εμείς; Όταν ο μέγας Παύλος ομολογούσε ότι είναι ο πρώτος των αμαρτωλών (Α΄Τιμ. 1:15), δεν θα είμαστε αναίσθητοι και θρασύτατοι αν αρνηθούμε τη δική μας αμαρτωλότητα;

Όταν, λοιπόν, σε χτυπήσει μια συμφορά, αναλογίσου πόσες φορές παραβίασες τις θείες εντολές, πόσες φορές υπερηφανεύθηκες, θύμωσες, αδίκησες, έβρισες, υποκρίθηκες, συκοφάντησες ή μ΄οποιονδήποτε άλλο τρόπο έσφαλες ενώπιον του Κυρίου, από τον οποίο τόσο έχεις ευεργετηθεί, και απέναντι στους συνανθρώπους σου, τους οποίους οφείλεις ν΄αγαπάς σαν τον εαυτό σου. Και τότε θα παραδεχθείς και θα ομολογήσεις με ντροπή, ότι και αυτή και άλλη βαρύτερη παίδευση έπρεπε να σου στείλει η δικαιοκρισία του Θεού, πού, όπως δεν αφήνει αρετή αβράβευτη, έτσι δεν αφήνει και αμαρτία απαίδευτη.

Αν για έναν και μόνο υπερήφανο λογισμό τιμωρήθηκε τόσο αυστηρά ο Εωσφόρος, πού σαν άγγελος ήταν το εκλεκτότερο δημιούργημα του Πλάστη, πόσο πρέπει να τιμωρηθείς εσύ, ο άνθρωπος, πού τόσες φορές και με τόσους τρόπους έχεις υπερηφανευθεί ενώπιον Θεού και ανθρώπων; Αν για μια και μόνη παράβαση εξορίστηκε ο Αδάμ από τον παράδεισο, τι πρέπει να πάθεις εσύ, που τόσες παραβάσεις και ανομίες κάνεις καθημερινά;

Με τέτοιες και άλλες παρόμοιες σκέψεις θα παρηγορηθείς και θα καταλάβεις πώς οι θλίψεις, που δοκιμάζεις, είναι ασήμαντες μπροστά σ΄αυτές που θα σου άξιζαν, όταν μάλιστα έτσι καθαρίζεσαι και αποκτάς ελπίδα σωτηρίας. Γιατί είναι σαν να χρωστάς σε κάποιον χίλια φλουριά, κι απ΄αυτά να πληρώνεις μόνο δέκα στο δανειστή σου, που σου χαρίζει μεγαλόψυχα τα υπόλοιπα.

β΄. Η παρηγοριά της προσευχής

Δεν υπάρχει στον κόσμο υψηλότερη εργασία από την προσευχή, γιατί αυτή ενώνει τον άνθρωπο με τον Θεό. Για το μεγαλείο και τη σπουδαιότητά της, τους τρόπους και τ΄αποτελέσματά της μας μιλούν διεξοδικά οι ιερές Γραφές και οι άγιοι Πατέρες. Εδώ τώρα θα τονίσουμε μόνο πόσο βοηθάει στις θλίψεις.

Πραγματικά, δεν υπάρχει πιο μεγάλη παράκληση από την καταφυγή στον Κύριο με την προσευχή.  “Στον Κύριο προσευχήθηκα δυνατά, όταν με βρήκαν θλίψεις, και με άκουσε”, λέει ο προφήτης Δαβίδ (Ψαλμ. 119:1).

Αυτό έκαναν όλοι οι άγιοι στις θλίψεις τους, και η θεία βοήθεια δεν αργούσε, όπως δεν αργεί ποτέ ν΄ανταποκριθεί στην ικεσία του δικαίου. Είναι, άλλωστε, ρητή η υπόσχεση του Κυρίου: “Ζήτησε τη βοήθειά μου στη θλίψη σου, και θα σε γλυτώσω απ΄αυτήν” (Ψαλμ. 49:15).

Μόλις, λοιπόν, πέσει επάνω σου ηθλίψη,μη μικροψυχήσεις, μην ταραχθείς. Στρέψε ικετευτικά τα μάτια σου στον ουρανό, και ζήτα ταπεινά τη θεία βοήθεια.

Αν συμφέρει την ψυχή σου και συμβάλλει στη σωτηρία σου η απαλλαγή από τη δοκιμασία, να μην έχεις αμφιβολία ότι ο Θεός θα εισακούσει την προσευχή σου και θα σε απαλλάξει. Αν όμως αυτό είναι ασύμφορο για την ψυχή σου -πράγμα που μόνο Εκείνος, ο πάνσοφος, γνωρίζει- μήτ΄εσύ δεν θα πρέπει να το θέλεις.

Καλύτερα είναι να θλίβεσαι πρόσκαιρα τώρα, παρά να στερηθείς την αιώνια ζωή.

Όπως και να έχει το πράγμα, μη σταματήσεις να προσεύχεσαι. Γιατί πολλές φορές ο Κύριος επιτρέπει να μας βρουν οι θλίψεις για να τρέξουμε κοντά Του.

Όταν όλα πηγαίνουν καλά, Τον ξεχνάμε. Και όταν αρχίζουν τα προβλήματα, τότε Τον θυμόμαστε! Είμαστε κι εμείς σαν τ΄άμυαλα παιδάκια, πού, όταν είναι χορτάτα και δεν έχουν καμιά δυσκολία, το ρίχνουν στο παιχνίδι και ξεχνούν τους γονείς τους, όταν όμως πεινάσουν ή πέσουν και χτυπήσουν που θενά, τότε τρέχουν κλαίγοντας στους γονείς και ζητούν βοήθεια.

Όλα τα καλά με την προσευχή τ΄ αποκτάμε. Και όλα τα λυπηρά με την προσευχή τα ξεπερνάμε. Γι΄αυτό ο Ιησούς είπε: “Να μένετε άγρυπνοι και να προσεύχεστε αδιάκοπα” (Λουκ. 21:36).

Με την προσευχή θα νικήσεις κι εσύ τις θλίψεις, με την προσευχή θ΄αποκτήσεις τις αρετές, με την προσευχή θα ενωθείς με τον Κύριο, με την προσευχή θα γίνεις μέτοχος της μακαριότητός Του.
 γ΄. Επτά ωφέλιμες και παρήγορες σκέψεις

Στον καιρό των θλίψεων θα ωφεληθείς πολύ, αν φέρνεις συχνά στο νου σου τις ακόλουθες σκέψεις, μελετώντας και αναλύοντάς τες σε βάθος και πλάτος με τον δικό σου τρόπο και λογισμό.

1. Τι ήσουνα πρίν γεννηθείς, πρίν κάν συλληφθείς στη μήτρα της μητέρας σου; Δεν είχες μήτε σώμα μήτε ψυχή μήτε αίσθηση καμιά. Δεν ήσουνα τίποτα! Και το τίποτα, το μηδέν, είναι λιγότερο κι από ένα άχυρο, ένα χορταράκι, έναν κόκκο σκόνης. Γιατί αυτά έχουν ύπαρξη, εσύ όμως πρίν από τη σύλληψή σου δεν είχες.

2. Στοχάσου την ευσπλαχνία του πανάγαθου Θεού, πού από το τίποτα σε δημιούργησε “κατ΄εικόνα” Του, δίνοντάς σου όχι μόνο το υπερθαύμαστο ανθρώπινο σώμα, αυτό το θαύμα των θαυμάτων, με την ποικιλία των οργάνων και των λειτουργιών και των αισθήσεων, αλλά και τη μοναδική θεοειδή ψυχή, με τον λογικό νου, τη θέληση, τη μνήμη και τις άλλες δυνάμεις.

3. Αναλογίσου μετά απ΄αυτό, πόση πρέπει να είναι η ευγνωμοσύνη σου σ΄Εκείνον, τον ύψιστο και πανάγαθο Ευεργέτη σου, από τον οποίο πήρες δωρεάν τόσα χαρίσματα, πόσο χρωστάς να Τον αγαπάς, να Τον ευχαριστείς, να Τον δοξολογείς, να Τον υπηρετείς, και πόσο να προσέχεις, ώστεποτέ να μην Του φταίξεις και να μην Τον πικράνεις.

4. Αναλογίσου τώρα την αγνωμοσύνη σου απέναντι στον Πλάστη σου, μια και έκανες ακριβώς τα αντίθετα απ΄αυτά που έπρεπε. Αντί να Τον αγαπάς και να Τον ευχαριστείς και να Τον υμνείς και να Τον ευαρεστείς, εσύ Τον καταφρόνησες και Τον εγκατέλειψες και Τον λύπησες, προτιμώντας τα πρόσκαιρα πράγματα και τις εφάμαρτες ηδονές.

5. Συλλογίσου πόσες τιμωρίες θα σου άξιζαν για την αχαριστία σου τούτη και πόσο δίκιο θα είχε ο Κύριος, αν σου στερούσε όλα όσα σου έδωσε, ακόμα και τη ζωή, το μεγαλύτερο δώρο Του. Αυτή η σκέψη, πιο πολύ απ΄όλες τις άλλες, θα σου εμπνεύσει θείο φόβο και θα σε βοηθήσει να υπομείνεις κάθε θλίψη, καθώς θα παραδεχθείς αναμφίβολα πώς υποφέρεις λιγότερο απ΄όσο σου πρέπει.

6. Θαύμασε την άπειρη και ανερμήνευτη αγαθότητα του Θεού μας, πού, ενώ μπορεί αυτήν ακριβώς τη στιγμή να σε τιμωρήσει βαριά και να σε θανατώσει και να σε κολάσει αιώνια, περιμένει ο πολυεύσπλαχνος τη μετάνοιά σου. Κι αν σε παιδεύει τώρα με μικρές και παροδικές θλίψεις, το κάνει για το καλό σου, σαν στοργικός Πατέρας, για να βγεις από τον κακό δρόμο της αμαρτίας και να έρθεις στον ίσιο της αρετής, ώστε τελικά, λουσμένος και καθαρισμένος στο λουτρό των λυπηρών, ν΄αξιωθείς την απόλαυση του παραδείσου.

7. Αποφάσισε, από δω κι εμπρός τουλάχιστον, να δαπανήσεις όλη την υπόλοιπη ζωή σου, τη ζωή που ανήκει σ΄Εκείνον και όχι σ΄εσένα, στη διακονία και στη δόξα Του. Να Τον τιμάς και να Τον ευχαριστείς ακατάπαυστα για τις ευεργεσίες Του, αλλά και ν΄αποδέχεσαι καρτερικά κι αγόγγυστα τις δοκιμασίες που παραχωρεί σαν φάρμακα και γιατρικά της κακίας σου. Να θυσιάσεις, τέλος, πρόθυμα, και τιμή και περιουσία και ζωή ακόμα, παρά να Τον αρνηθείς ή να παραβείς τις εντολές Του.

Αυτά να σκέφτεσαι και να μελετάς, και θα δεις πόσο καρπό και πόση ωφέλεια θα σου δώσουν στον καιρό των θλίψεων.

* Το βιβλίο του Αγαπίου Λάνδου «Αμαρτωλών Σωτηρία» αποτελεί αφορμή για βύθισμα στην ιστορική μας αυτοσυνειδησία, στην αγωνιώδη προσπάθεια να περισωθεί η καταγωγική μας αναφορά σ’ ό,τι διέσωζε την ίδιοπροσωπία μας, τότες που ένα ολόκληρο γένος ούτε κέντρο εξουσίας είχε, ούτε δύναμη υπερασπιστική διέθετε, ούτε εθνικά όρια γνώριζε, καθώς ήταν γέννημα οικουμενικής αυτοκρατορίας και γι' αυτό υποχρεωμένο να επιβιώσει μέσα στην ιστορική δίνη, με τη δύναμη πού αντλούσε από τους ταμιευτήρες της ίδιας του της ψυχής. 
 Ορατό κέντρο αυτής της δύναμης, συσσωρευμένης από την πείρα αιώνων, ήταν το Οικουμενικό Πατριαρχείο, η Μεγάλη Εκκλησία, απογυμνωμένη όμως και Εκείνη από κάθε κοσμική εξουσία, καθημαγμένη από την Ουσιαστική μαρτυρία πίστεως και ζωής αλλά έκδηλη γονή και φορέας του περιεχομένου της πολιτικής, κοινωνικής και ιστορικής συνείδησης, και κάθε συνεκτικού δεσμού, που χαρακτήριζε το γένος των Ρωμιών. 
 Εκδήλωση αυτής της ιδιότυπης σταυρικής εξουσίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου ήταν οι κατά καιρούς απόπειρες ευαγγελισμού και στήριξης των καταπονημένων ραγιάδων από τους λογάδες του Γένους. 
 Εκείνοι, διακινδυνεύοντας τον έσχατο κίνδυνο, διέτρεχαν όλο το μήκος και το πλάτος της υπόδουλης γης, προκειμένου να αποτρέψουν την ύπνωση, που επιφέρει ο φόβος, η ανασφάλεια και οι απειλές, ή την έκπτωση από την πίστη, που η απελπισία προσφέρει ως λύση προκειμένου να εξασφαλιστεί ή επιβίωση, ή την αλλοτρίωση, που ή πονηρία των χριστεπώνυμων ετεροδόξων, εκμεταλλευόμενη την άγνοια και την εκ των πραγμάτων αμάθεια, επέφερε αναμειγνύοντας την ορθόδοξη πίστη με τις εκτροπές της δυτικής αμαυρότητας. 
 Μέσα σ' αυτό το κλίμα, πού κάθε περιγραφή είναι ανίκανη να το αποδώσει, εμφανίστηκε στο τέλος του 16ου αιώνα ο Αγάπιος μοναχός ο Λάνδος, Κρης την καταγωγή. Άνθρωπος αμφιλαφούς μορφώσεως επέλεξε από νωρίς το μοναχικό βίο του Αγίου Όρους, όπου η ασκητική πολιτεία, η μελέτη και η συγγραφή όξυναν τον ιεραποστολικό του ζήλο και τη θυσιαστική του αγάπη για τον πολύπαθο λαό του Θεού. 
Περιόδευσε τη νησιωτική και ηπειρωτική Ελλάδα κηρύσσων και παραμυθούμενος. Ταξίδευσε τρεις φορές στη Βενετία για να τυπώσει τουλάχιστον δέκα βιβλία, τροφή και στήριγμα του δούλου Γένους. Η «Αμαρτωλών Σωτηρία» είναι ένα απ' αυτά. 
Απλή και εύληπτη γλώσσα, πλήρες σύστημα διδασκαλίας της πίστεως, επαγωγική μέθοδος δια παραδειγμάτων, είναι στοιχεία πού κοσμούν το πιο αγαπητό βιβλίο της σκληρής αυτής περιόδου. 
Και είναι αλήθεια ότι συγκεκριμένες θέσεις του δεν δικαιώνονται πλήρως από την πατερική διδασκαλία και παράδοση, όπως ο υπερτονισμός του Θεού τιμωρού και των επικείμενων κολάσεων, ή ακραίες ασκητικές απόψεις πού δεν υιοθέτησε ή εκκλησιαστική ζωή. Επίσης, ο οξύς διαχωρισμός σώματος και ψυχής, μέχρι απαξιώσεως του σώματος και η άνευ όρων αποδοχή της πλατωνικής διδασκαλίας περί αθανασίας της ψυχής, μέχρι σημείου που να καταργείται εν τοις πράγμασι το μυστήριο της ανθρώπινης ελευθερίας, και άλλα που ίσως διακρίνει ο αυστηρός ερευνητής. 
 Ο λόγος του όμως παραμένει πάντα αληθινός και με πνευματική ευθυβολία συλλαβίζει εξ’ αρχής τους όρους της πίστεως και της ζωής. Γνωρίζει ο διδάχος του Γένους ότι διαχειρίζεται το έσχατο απόθεμα της αντοχής των υποδούλων, τη μόνη επιβίωσή τους, την ουσία της ψυχής τους. Σπέρνει το λόγο της σωτηρίας σε ψυχές οργωμένες από τον πόνο και τα βάσανα και ξέρει ότι θα εξανθήσει γρήγορα η πραγματική ανάσταση.  Αυτή η πραγματικότητα δεν άργησε να έρθει. Ήταν σε διάρκεια το συγκλονιστικώτερο γεγονός που ή αγάπη του Χριστού δώρησε στο λαό του σε περίοδο σκοτεινής δουλείας: Οι Νεομάρτυρες! Απόδειξη ότι η διδασκαλία του Αγαπίου και των ομοίων του υπήρξε «χάρις αντί χάριτος», που μόνο η Εκκλησία χαρίζει ως παραμυθία στον κόσμο. (Από το ΜΥΡΙΟΒΙΒΛΟ)

ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΝ ΕΓΚΟΛΠΙΟΝ     www.egolpion.com
4  ΜΑΡΤΙΟΥ  2011


Read more: http://www.egolpion.com/amartolwn_parhgoria.el.aspx#ixzz2mQC24dGL

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΠΑΡΘΕΝΟΥ ΤΗΣ ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΗΣ

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΠΑΡΘΕΝΟΥ ΤΗΣ ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑ
X
ΛΗΣ



Loading Image...
ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΠΑΡΘΕΝΟΥ ΤΗΣ ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΗΣ
ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΠΑΡΘΕΝΟΥ
ΤΗΣ ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΗΣ
Πρεσβυτέρου Χαραλάμπους Νεοφύτου
 

      Σ’ ένα γυναικείο Μοναστήρι ήταν μια μοναχή που έκανε την τρελή και πως τάχα είχε δαιμόνιο. Με τον τρόπο αυτό η ευλογημένη κόρη έπλεκε το στεφάνι της αρετής. Τόσο πολύ την εσυχαίνονταν οι άλλες αδελφές, δεν την καταδέχονταν να καθίσει μαζί τους στην τράπεζα. Εκείνη όμως χαιρόταν για την καταφρόνηση που της έκαναν. Δούλευε πάντοτε στο μαγειρείο της Μονής και υπηρετούσε όλους αγόγγυστα και με προθυμία. ήταν, κατά την παροιμία, ένα σφουγγάρι υπομονής. Αυτή η ευλογημένη εφάρμοζε την εντολή του Κυρίου: Εκείνος που θέλει να γίνει πρώτος και μεγαλύτερος από όλους, πρέπει να γίνει τελευταίος και υπηρέτης όλων.
Τα κεφάλια των άλλων παρθένων είναι κουρευμένα και σκεπάζονται με τα κουκούλια που φορούν. Εκείνη δε η ευλογημένη έριχνε στο κεφάλι της ένα καταμπαλωμένο ρούχο και με εκείνο έκανε πάντοτε τις υπηρεσίες της. Δεν την είδε ποτέ καμιά μοναχή να μασά τροφή, Ούτε στην τράπεζα κάθισε καμιά φορά, ούτε ένα κομμάτι ψωμί δε την είδε καμιά να πάρει για να φάγει, αλλά έτρωγε μόνο τα ψίχουλα που καθάριζε την τράπεζα και από τα ξεπλύματα των καζανιών και των πιάτων. Ούτε έτρωγε και κανένα άλλο φαγητό. Πάντοτε περπατούσε με γυμνά πόδια, χωρίς παπούτσια. Ποτέ δεν γόγγυσε ούτε έβρισε, ούτε καν μιλούσε σε καμιά αδελφή, παρ' όλο που όλες την έβριζαν και την κοροΐδευαν και πολλές φορές την κτυπούσαν μερικές άτακτες αδελφές.
Εκείνο το καιρό ζούσε ο περίφημος ασκητής Πιτηρούμ, που ασκήτευε και αγωνιζόταν εναντίον των δαιμόνων στη σκήτη Πορφυρίτης. Σ' αυτόν τον Όσιο φάνηκε άγγελος Κυρίου και του φανέρωσε τα κατά τη φαινόμενη σαλή παρθένο, λέγοντας του. "Τι σου φαίνεται, Πιτηρούμ; Με το να βρίσκεσαι στην έρημο αυτή νομίζεις ότι έφτασες σε μέτρα τελειότητας; Αν θέλεις να δεις γυναίκα να σε ξεπερνά στην άσκηση και η οποία έφτασε στα μέτρα της τελειότητας, πήγαινε στο γυναικείο Μοναστήρι των Ταβεννησιωτών και εκεί θα βρεις μια μοναχή που φορεί κορώνα στο κεφάλι της. Εκείνη λοιπόν είναι ανώτερη και αξιότερη από σένα, γιατί με το να υπηρετεί τόσο πλήθος μοναχών και παρ' όλο που καταφρονείται απ' όλες, δε λείπει από το στόμα της και το νου της η θεωρητική προσευχή. Τότε σηκώθηκε ο όσιος, πήρε μαζί του τους πιο άξιους μοναχούς και πήγε στο Μοναστήρι των Ταβεννησιωτών παρθένων, οι οποίες δέχτηκαν τον Μέγα Πιτηρούμ με πολλή ευλάβεια. Τότε πρόσταξε ο άγιος και ήλθαν μπροστά του όλες οι μοναχές, χωρίς την σαλή. Ο Όσιος όμως δεν έβλεπε αυτήν που του είχε πει ο άγγελος, και λέγει• δεν ήλθαν όλες λείπει μια. Οι μοναχές αποκρίθηκαν και είπαν ότι όλες εδώ είμαστε, πάτερ, εκτός μιας σαλής που βρίσκεται στο μαγειρείο. Ο Όσιος λέγει• ας έλθει και εκείνη να την ιδώ. Πήγαν και με τη βία την έσυραν και την έφεραν μπροστά στον Όσιο, ο οποίος την αναγνώρισε.
Μόλις την έφεραν και την είδε ο Πιτηρούμ στο σχήμα που του είχε πει ο άγγελος, έπεσε στα πόδια  της και ζητούσε με ταπείνωση να τον ευλογήσει. Το ίδιο έκαμε και η σαλή πέφτοντας στα πόδια του αγίου ζητούσε να την ευλογήσει φωνάζοντας, ευλόγησον με κύριε μου. Βλέποντας αυτά οι άλλες μοναχές στέκονταν άφωνες και θαύμαζαν• ωστόσο είπαν στον Όσιο: Αυτή είναι σαλή και να μην ενοχλείται από αυτήν. Ο Όσιος απάντησε˙ σεις είστε οι σαλές, αυτή η ευλογημένη, είναι πραγματικά σοφή και αγία και δε θα μπορέσουμε να τη φτάσουμε στα μέτρα της αγιότητας. Και μακάρι να βρεθώ σαν αυτήν άξιος την ημέρα της κρίσεως. Όταν άκουσαν αυτά οι άλλες μοναχές έπεσαν στα πόδια του αγίου και εξομολογούνταν αυτά που έκαναν στην αδελφή εκείνη. Η μια έλεγε, εγώ την έβριζα, άλλη έλεγε, εγώ την περιγελούσα, και άλλη, εγώ πολλές φορές την έλουζα με τα ξεπλύματα των πιάτων, και άλλη εγώ της έβαζα πιπέρι στη μύτη κλπ. Ο Όσιος δέχτηκε την εξομολόγηση τους και παρεκάλεσε και την σαλή, και τις συγχώρησε από καρδιάς. Λυπήθηκε όμως, γιατί δεν την ενοχλούσαν πλέον, αλλά την ευλαβούνταν και την τιμούσαν σαν αγία. Για να αποφύγει τις τιμές των ανθρώπων αναχώρησε κρυφά από το μοναστήρι και δεν έμαθε κανένας που είχε πάει η που βρίσκεται.


Από το βιβλίο:
ΒΙΑΣΤΕΣ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ  ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ - ΕΚΔΟΣΗ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΟΔΟΔΕΙΧΤΗΣ
ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ – ΜΟΡΦΟΠΟΙΗΣΗ
ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΝ ΕΓΚΟΛΠΙΟΝ    www.egolpion.com
14  ΜΑΪΟΥ  2011


Read more: http://www.egolpion.com/salh_parthenos.el.aspx#ixzz2mQ1ZHJYw

ΘΑ ΚΑΝΑΜΕ ΤΟ ΙΔΙΟ;



ΘΑ ΚΑΝΑΜΕ ΤΟ ΙΔΙΟ;



Η ΑΡΝΗΣΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΕΤΡΟΥ-Πίνακας του Rembrandt

ΘΑ ΚΑΝΑΜΕ ΤΟ ΙΔΙΟ;

 
Σαν «πρόλογος» στο αυριανό (03.07.2011) Αποστολικό Ανάγνωσμα   
 Στην Καμπότζη μερικοί Χριστιανοί είχαν συγκεντρωθή σ ένα ναό υποτυπώδη, για να προσευχηθούν. Δεν πρόλαβαν καλά να αρχίσουν και ο ναός βρέθηκε περικυκλωμένος από στρατιώτες. Προχώρησαν μέσα. Ξεκρέμασαν από τον τοίχο μία εικόνα του Χριστού. Την πέταξαν με περιφρόνηση κάπου εκεί στην είσοδο. Μία δυνατή φωνή αντήχησε στον ιερό εκείνο χώρο που σκόρπιζε τον τρόμο: «Όποιος θέλει να βγεί ζωντανός από εδώ μέσα μόνο ένας τρόπος υπάρχει: Να αρνηθεί τον Χριστό και να φτύσει την εικόνα Του…».  Το δίλημμα είναι τρομερό και περιθώρια επιλογής δεν υπάρχουν. Και η άθεη εξουσία δεν αστειεύεται. Συχνά έχει δείξει το αποτρόπαιο προσωπό της. Αλλά και ο συμβιβασμός είναι πάντα ελκυστικός και ο πειρασμός μεγάλος.
    Τι θα κάνουν τώρα; Θα ομολογήσουν ή θα αρνηθούν τον Χριστό; Ο ένας είναι αρραβωνιασμένος και σε λίγες ημέρες πρόκειται να παντρευτεί. Αξίζει να θυσιασθεί και να σβήσουν τα όνειρά του, οι όμορφες προσδοκίες του; Ο δεύτερος σκέπτεται το… σπίτι τoυ, την οικογένειά του, την γυναίκα του, τα παιδιά του … Ο τρίτος, ο τέταρτος, ο πέμπτος, όλοι κάτι και κάποιον έχουν να σκεφθούν …
      Κέρινες καρδιές που άρχισαν κιόλας να λιώνουν μέσα στο καμίνι της δοκιμασίας τα λόγια του Κυρίου: «ο φιλών … υπέρ εμέ ουκ έστι μου άξιος» είχαν κιόλας ατονήσει μέσα τους.
      Έτσι, ένας, ένας, προχωράει τώρα με σκυμμένο κεφάλι και πιο πολύ με σκυμμένη και ντροπιασμένη ψυχή. Δεν είναι πορεία μελλοθανάτων. Είναι νεκρική πομπή αρνητών που πορεύεται με στιγματισμένο μέτωπο, για να θάψει την νεκρή της πίστη. Φθάνουν στην εικόνα του Χριστού, την φτύνουν και βγαίνουν έξω ζωντανοί. Ζωντανοί, αλλά νεκροί. «Όνομα έχουν ότι ζουν και νεκροί είναι», κατά το θεόπνευστο βιβλίο της Αποκαλύψεως. Γιατί ποια ζωή μπορεί να ζήση ο αρνητής και ο προδότης;
 
Αλλά να, ανάμεσα στους πολλούς και η μία. Η ασυμβίβαστη, η αλύγιστη, η φλογερή. Στην νεανική αυτή ψυχή έχει ανάψει μια άλλη φωτιά. Η φωτιά της αγάπης του Χριστού που καίει τα φρύγανα της δειλίας. Παρά τα δεκαέξι της χρόνια η πίστη της δεν γνωρίζει δισταγμούς. Ο Χριστός και η αγάπη Του είναι γι αυτήν το παν. Τίποτα δεν μπορεί να την χωρίσει. Μέσα της αντηχεί το σάλπισμα της γενναιότητος του θείου Παύλου, του ατρόμητου Αποστόλου που, για την αγάπη του Χριστού, θυσίαζε τα πάντα: «Τις ημάς χωρίσει από της αγάπης του Χριστού; Θλίψις ή στενοχώρια ή διωγμός ή λιμός ή γυμνότης ή κίνδυνος ή μάχαιρα;» (Ρωμ. η´ 35). Τίποτε απολύτως. Προχωρεί τελευταία. Οι στρατιώτες δεν έχουν καμιά αμφιβολία. Και αυτή το ίδιο θα κάνη, σκέπτονται … Λύγισαν οι μεγάλοι, δεν θα λυγίσει η μικρή; Όλοι την κοιτάζουν προσεκτικά, το κορίτσι όμως αυτό έχει κάτι άλλο. Είναι κάτι άλλο. Βαδίζει σταθερά. Στο εφηβικό της πρόσωπο αντικατοπτρίζεται η γενναία ψυχή της. Η ματιά της πετάει φλόγες, ενώ, στα χείλη της ανθίζει ένα ουράνιο χαμόγελο. Το βλέμμα της αστραφτερό μοιάζει με αρχαγγελική ρομφαία που καρφώνει τους δημίους στην θέση τους.
   Την παρατηρούν έκπληκτοι. Οι θύτες ξαφνιάζονται από το θύμα τους. Ατάραχη εκείνη πλησιάζει την εικόνα. Τα μάτια της βουρκώνουν, όταν ατενίζει τον Αρχηγό της πίστεώς της με τα φτυσίματα της προδοσίας των δειλών. Γονατίζει.  Παίρνει την εικόνα στα χέρια της. Την σκουπίζει. Την ασπάζεται ευλαβικά, ενώ τα χείλη της ψιθυρίζουν: Δεν θα Σ' αρνηθώ, Χριστέ μου. Οι στρατιώτες προτάσσουν τα όπλα. Ατάραχη εκείνη. Μία ομοβροντία έρχεται να αιματοκυλίσει το γενναίο κορίτσι και να το προσθέσει στην χορεία των μαρτύρων.
    Στολισμένη τώρα πια με το αμαράντινο στεφάνι του μαρτυρίου προβάλλει ενώπιόν μας.
    Θα κάναμε το ίδιο;

Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον    www.egolpion.com
4  ΙΟΥΛΙΟΥ  2011


Read more: http://www.egolpion.com/8a_kaname_to_idio.el.aspx#ixzz2mQ12Jbk3

Πέμπτη 28 Νοεμβρίου 2013

Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΤΟΥ ΣΑΡΩΝΙΚΟΥ


Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΤΟΥ ΣΑΡΩΝΙΚΟΥ


Ο άγιος Νεκτάριος και οι άνθρωποι του Σαρωνικού
 ΓΑΛΑΤΕΙΑΣ ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΟΥ-ΣΟΥΡΕΛΗ
Συγγραφέως-Λογοτέχνιδος
  
«Η Ση βασιλεία εστί η αγάπη...»
   Αυτό τόγραψε ο άγιος Νεκτάριος και είναι ο μόνος πλούτος που κουβαλάει καθώς τέλος τού καλοκαιριού του 1904 φτάνει στην Αίγινα.
Ο Σαρωνικός παίζει και χαϊδεύει το ψαρά­δικο νησί με τα ερείπια τού αρχαίου ναού. Ο κό­σμος στην αγορά τού νησιού πηγαινοέρχεται˙ περιμένει τις τράτες και τα ψαράδικα γιατί αν εξαιρέσεις λίγους, μετρημένους στα δάχτυλα, οι υπόλοιποι στενάζουν από φτώχεια και δέρνονται από το χτικιό. Τα παλληκάρια νοικιάζονται παραγιοί στους έμπορους. Άλλοι τραβούν για τη ξενιτιά. Οι πιότεροι μπαρκάρουν με τα σφουγ­γαράδικα. Στο λιμάνι ο κόσμος της φτώχειας και τού παραδερμού περιμένει τις τράτες με λίγες χάλκινες δεκάρες να βροντούν στην τσέπη για να αγοράσουν μια χούφτα μαρίδες.
Άνθρωποι τού Σαρωνικού που τους βασανί­ζει η θάλασσα κι η φτώχεια. Ένα νησί με 365 εκκλησιές που εκεί τρέχουν για παρηγοριά και παρακάλιο αυτοί που μείναν πίσω, να παρακα­λέσουν για τους σφουγγαράδες, τους ξενιτεμέ­νους ναυτικούς που δοκιμάζονται σκληρά σε μάκρυνες θάλασσες. Τους σφουγγαράδες που φεύγουν το Φλεβάρη, γυρίζουν τού Αϊ Δημη­τριού, σημαιοστολισμένοι αν δεν έχει συμβεί κά­ποιο ατύχημα. Το επάγγελμα τού δύτη είναι, βλέπεις, πολύ επικίνδυνο. Συχνά παθαίνει ο βουτηχτής παράλυση ή άλλες αρρώστιες και η πρό­νοια είναι ελάχιστη έως και μηδαμινή. Παγαίνουν για νάβρουν το σφουγγάρι Βεγγάζη, Τύνιδα, Σικελία, Μικρασία, Δωδεκάνησα. Και τα τραγούδια του είναι ποτισμένα μ' αρμύρα και καημό:
«μηχανή 'ν' η μάνα μου κι η ρόδα η αδερφή μου σ' αυτά τα παλιομάρκουτσα
κρέμεται η ζωή μου! Έλα να πάμε, μάτια μου, κι ας φέρουν τα κομμάτια μου... »
 Ένας λαός που και σαν αγρότης πεινά, λι­γοστό και το ψωμί στα σπιτικά. Το Σεπτέμβρη που σταματούν οι αγροτικές δουλειές και κόβε­ται το κολατσό, το δειλινό τραγουδά με θλίψη:
«Φεύγεις, πάεις, Λειδινέ μου
τσ' εμάς αφίνεις κρύους, πεινασμένους, διψασμένους,
τσ'οχι μαραμένους. Λειδινέ μου, Λειδινέ μου!»
    Σ' αυτό το νησί τού Σαρωνικού, τέλος καλοκαιριού φτάνει ο Δεσπότης. Φτωχός ο λαός που θα ποιμάνει, μα ξέρει δα από φτώχεια ο Δεσπό­της. «Χριστούλη μου, με ρώτησες γιατί κλαίω. Λιώσανε τα ρούχα μου, λιώσανε τα παπούτσια μου, βγήκαν τα δά­κτυλά μου έξω και υποφέρω˙ και χιονίζει. Τι να κάμω τώρα Πως να τα καταφέρω δίχως ρούχα; Μπαλώνω, μπαλώνω και σχίζονται. Συγχώρεσε με που Σ' ενοχλώ...». Ένα τέ­τοιο γράμμα έχει στείλει παιδί πράμμα στο Χριστό.
Ξέρει από φτώχεια ο Δεσπότης κι από πικρα­μένη πεινασμένη παιδική ψυχή ξέρει. Τούστειλε λέει, με τα παιδιά της μια νοικοκυρά ένα καρβέλι «Εσείς να το φάτε, παιδιά μου, έχετε πιότερη ανάγκη από μένα».
Τι λαχταράει μια παιδική ψυχή, τόξερε ο Δε­σπότης. Μια καραμέλα, ένα λουκούμι. Και είχε πάντα κάτι να δώσει στο παιδομάνι, που σαν τον έβλεπε δήθεν παίζοντας, ζύγωναν. Κι εκείνος έμπαζε τα παιδιά στον Παράδεισο: τα ευλο­γούσε, τα φώναζε με τα μικρά τους ονόματα — γιατί τάξερε τα παιδιά - και απλόχερα μοίραζε καραμέλες. Ευτυχισμένος καθώς έβλεπε τη γιορτή που στήναν τα παιδιά με τα ζαχαρωτά.
   Και τότες γίνονταν σχολικές εκδρομές. Οι δά­σκαλοι ανέβαζαν προς το Μοναστήρι τα παιδιά· ο Δεσπότης σά τάβλεπε νάρχονται έβγαινε στο μπαλκόνι να τα ευλογήσει. Ευχές να δίνει, ζαχα­ρωτά να δίνει, και η γλυκειά κουβέντα πιο γλυκειά άπ' τα γλυκά και η συμβουλή, να τα πεσκέσια για τα παιδιά, τους αυριανούς πολίτες τ' Ουρανού.
Κι ήταν χρυσό πάπλωμα στις παιδικές τις σκανταλιές, στις ζαβολιές όπως... Κάτι χαρτιά έδωκε στο γιό του ένας πατέρας να τα κουβαλή­σει, λέει, στον Δέσποτα. Παιδί λωλό, ξεχάστηκε να παίζει τις αμάδες μ' άλλα παιδιά κι όταν σουρούπωσε παλάβωσε. Και τα χαρτιά; Που τάχατες τ' απίθωσε; Τα βρήκε τελικά τρεχάλα για το Μοναστήρι. Κι είχε νυχτώσει για καλά σαν έφτασε εκεί. «Παιδί μου, τέτοια ώρα πως και σ' έστειλε ο πατέρας σου εδώ;», ρώτησε ο Δεσπότης. Το ψέμα να εκεί στο χείλη έτοιμο να το ξεστομίσει το παιδί μα δε το μπόρεσε. Σε τέτοιον άνθρωπο δε πρέπει η ψευτιά. Και είπε όλη την αλήθεια. Εχαμογέλασε ο Δέσποτας. «Μη φύγεις τώρα όμως, εσυμβούλεψε, είναι αργά. Αύριο κατηφορίζεις και έννοια σου, θα τις γλυτώσεις τις ξυλιές άπ' τον πάτερα σου».
   Άνθρωποι τού Σαρωνικού!! Παιδεμένοι ξωμάχοι. Κι η χούφτα τού Δεσπότη κάλους έκανε να δίνει... να δίνει κι άπ' αυτό ακόμα που δεν είχε. Μαστόροι δουλεύανε στο Μοναστήρι κι όταν ήρθε η ώρα να κολατσίσουν έβγαζε ο κα­θείς το κάτι τι που εκουβάλησε από το σπιτικό του ο Δέσποτας κοντά. Ένας έβγαλε σκέτες ελιές. «Εσύ δεν έχεις φαγητό; γιατί μόνο ελιές;», ρωτάει ο Δε­σπότης. «Πέντε παιδιά έχω στο σπίτι. Κι αν έπαιρνα εγώ το φαγητό τι θάτρωγαν εκείνα;», Ταπεινή, πικρή η απόκριση. «Από αύριο, κανείς δε θα κουβαλάει μαζί του φαγητό. Όλοι θα τρώτε στην τράπεζα!.».Έτσι λέει ο Δε­σπότης, γιατί στο πρόσωπο τού καθενού βλέπει τον Κύριο. Να τον ταΐσει πρέπει χωρίς να τον πληγώσει όμως.
   Μια μέρα, λέει, μετά τη λειτουργία κάποια κυρά πούχε τον τρόπο της, τον κάλεσε για ένα καφέ. Κι ετοίμασε κατά πως άρμοζε, δίσκο με όλα τα καλά για να τα πάει εκεί πλάϊ στο γιασεμί π' αναπαυόταν ο Δεσπότης. Κείνη την ώρα χτυπά η ξώθυρα. Μια γύφτισσα, μια ζητιάνα. Της ρί­χνει ένα νόμισμα η κυρά. Μα της αρπάζει το χέρι ο άγιος. «Πάρε, παιδί μου, τούτο το δίσκο και πάγαινε κοντά της και κάνε της παρέα ώσπου να φάει. Ύστερα νάρθεις».
   Και να τον ντύσεις πρέπει τον ελάχιστο αδερφό. Μια πάμφτωχη ξυπόλητη ανηφορίζει για το Μοναστήρι. Βλέπει τα γυμνοπόδαρά της ο Δεσπότης. Βγάζει αυτοστιγμής τα παπούτσια του. «Φόρα τα εσύ, εγώ θα περπατήσω με τις κάλτσες».
   Μόνο ο ίδιος δεν έχει δικαιώματα. Αγάπαγε, λένε, τη σπανακόπιττα. «Αχ νάχαμε ένα κομμάτι», είπε μια φορά. «Να φτιάξουμε» είπαν οι μοναχές. «Όχι, γιατί θέλει τόσο λάδι, τόσο αλεύρι, τόσα υλικά που θα περάσουμε τρεις μέρες με άλλα φαγητά αν κάμουμε». Όχι λοιπόν στη σπανακόπιττα!!
   Οι άνθρωποι τού Σαρωνικού δεν είναι άγγε­λοι. Λένε ψέματα, βλαστημάνε ... καυγαδίζουν. Ένας πηγαίνει στο χωράφι του. Ο Δέσποτας σεργιάναγε, τον βλέπει και τον ευλογεί. «Στα μάτια σου πρωί πρωί» λέει ο αγρότης. «Εγώ πάω στη δουλειά μου κι εσύ με μουτζώνεις». «Σε ευλόγησε, δεν ήταν μούτζωμα», του εξηγεί ένας που πήγαινε μαζί. «Στ' αλήθεια; θα πάω να ζητήσω συγχώρεση». Τρέχει και γονατίζει μπρος στο Δέσποτα. «Δεν πειράζει, μη στεναχωριέσαι», τού λέει καλωσυνάτα εκείνος.
   Κι άλλη φορά σ' έναν εργάτη ζυγώνει ο Δε­σπότης. «Μανώλη, βάζεις τη σφήνα παρακεί;». «Άντε στο δ...», αγριεύει ο εργάτης. Μα μετανοιώνει: «Συγχωρά με», ψελλίζει. «Όχι παιδί μου, εσύ να με συγ­χωρέσεις. Πολεμάς στη ζέστη και ταλαιπωριέσαι κι ήρθα εγώ να σε ζαλίσω, να σ'ενοχλήσω»
   Τόπαμε πως δεν ήταν άγγελοι οι άνθρωποι του Σαρωνικού. Μα η αγάπη ξέρει να κουμαν­τάρει τους ανθρώπους. Πολλοί μεθούσανε την Κυριακή, τα βάζανε με τις φαμίλιες τους, βλαστήμαγαν. Τους ήξερε ο Δέσποτας και πήγαινε από βραδύς. «Αύριο να ρθείς να εργαστείς στο Μοναστήρι», με τη σειρά τους επισκεπτόταν ο Δεσπό­της «Μα αύριο είναι Κυριακή», όλο απορία απαν­τούσε ο εργάτης. «Δε πειράζει, θα μας συγχωρήσει ο Κύριος μια κι έχουμε ανάγκη από κάτι μερεμέτια». Την άλλη μέρα ανέβαινε ο εργάτης. Ο Δέσποτας τον έπαιρνε στην εκκλησιά που θα λειτούργαγε. «Άναψε το κεράκι σου και μετά τη λειτουργία θ' ανταμώσουμε». Έτσι τούλεγε, μετά το κολατσιό ερχό­τανε, μετά έτσι για τα μάτια κάτι τις να φτιάξει ο εργάτης και φαγητό το μεσημέρι και ακέραιο το μεροκάματο, «Δεν ήταν πιο καλά σήμερα παρά τις άλλες Κυριακάδες;» τούλεγε στο τέλος. Κι ο άλλος καταλάβαινε το μάθημα.
Ένας άλλος, πάλι, είπε το ναι σε κάποιον που τον ήθελε να τού σκάψει το αμπέλι του. «Έλα αύριο και θα σου δώσω πιότερα άπ' το Δεσπότη», τούταξε. Είπε ψέμα το λοιπόν στο Δέσποτα πως τάχατες θα κάτσει αύριο να παλαίψει στο δικό του αμπέλι. Αξημέρωτα ξεκίνησε για το αμπέλι τού άλλου, μα να μπροστά του ο Δέσποτας. Κρύος ιδρώς μουσκεύει το κούτελο τού εργάτη. Μα ο Δέσποτας χαμογελά: «Γιατί δε μούπες την αλήθεια; Εγώ τόξερα από τα χτες. Να πας παιδί μου, εκεί θα πάρεις και περισσότερο μεροκάματο. Να πας, γιατί έχεις και μικρά παιδιά».
   Μα κι οι ψαράδες έχουν να λένε...Ίδια πεθα­μένος ανεβαίνει ο ψαράς στο Μοναστήρι. «Σκυ­λόψαρα, Δεσπότη μου. Ούτε λέπι στη θάλασσα. Κι είναι με ψωμί μονάχα τέσσερις βδομάδες τα παιδιά. Να βγω να ζητιανέψω ντρέπομαι. Κι όταν έρθουν οι σκύλοι, για πέντε χρόνια ψάρι δεν υπάρχει στη θάλασσα». «Φέρε τα σύνεργά σου», λέει ο Δεσπότης. Ίδιο πουλί τρέχει κάτω ο ψαράς. Το δειλινό φέρνει κοφίνια και σπόγγους. Τα πιάνει στα χέρια του ο Δέσποτας, τα πάει εκεί μπροστά στην Αγία Τράπεζα. Τα δείχνει στο Χριστό, στην Κυρά Παναγιά. Δεν είναι σκέτα σύνεργα αυτά. Είναι το φαΐ της φαμελιάς! «Πάρτα και πήγαινε και ρίξε τα στη θάλασσα», λέει στον ψαρά. Σε δεκαπέντε μέρες πάνω-κάτω νάτος ολόχαρος ο ψαράς με δύο συναγρίδες εκεί στα χέρια. «Φύγανε οι σκύλοι και γιόμισε ψάρι η θάλασσα», φωνάζει από μακριά. Μα κι άλλοι ψαράδες παραπονέθηκαν  στο Δέσποτα πως λέπι δε πιάνουνε μια κι ένα μεγάλο ψάρι τους χαλά τα δίχτυα. Κι είναι φτωχοί άνθρωποι κι οι φαμελιές πεινούν. Σ’ ένα πανέρι τού κουβαλούνε μια κουλούρα δίχτυ. Το ευλόγησε. Και κόντεψε το δίχτυ να σκιστεί. Τόσα τα ψάρια πούπιασαν.
   Αγάπαγε να κάθεται στο μπαλκονάκι έξω άπ' το κελλί του. Όποιος κι αν πέρναγε τον σταύ­ρωνε, τον βλόγαγε. Στα 1912, στον πόλεμο, βγήκε πάλι στο μπαλκονάκι και σταύρωνε τους άντρες που περνούσαν άπ' το δρόμο και τραβούσαν να ντυθούν φαντάροι. Στεκόταν ίσαμε να περάσει κι ο τελευταίος. Έτσι δεν έπαθε κανένας άπ' το Μεσαγρό.
Η αγάπη του για τον άνθρωπο και για το κα­θημερινό του! Μα ίδιος Ελληνορθόδοξος ρασοφόρος έγνοια μεγάλη μπας και ξεχάσει η Γυναίκα Χριστό κι Ελλάδα. Για τούτο ονειρευότανε σχολειό να κάνει εκεί στο Μοναστήρι, να μη πηγαίνουν σε φράγκικα σχολεία τα παιδιά και αργότερα ανώτερης διδασκαλίας να γίνει τούτο το σχολειό. Ο ίδιος μα κι η μοναχή Μαγδαληνή μάθαινε γράμματα στα παιδιά. Γράμματα και ψαλμουδιές. Ίδια, ολόιδια σαν το κρυφό σχολειό.
   Ρώτησαν ένα γέροντα σημερινό πως γίνεσαι άγιος. «Είναι εύκολο μωρέ!», απάντησε εκείνος «θέλει ταπείνωση και προσευχή και να κρατιέσαι από της Παναγιάς το φόρεμα». Να πως έγινε άγιος ο Δέσποτας. Έγινε άγιος Νεκτάριος και άγιασε τον τόπο τούτο.
Κι είναι μεγάλο πράγμα δα για τη ζωή ενός τόπου ένας άγιος.

Μοιράστηκε δωρεάν στον Ιερό ναό Αγίου Νεκταρίου κ. Κηφισιάς όπου εκκλησιάζεται η κα.Γαλάτεια. Κάποιες φορές δε, ομιλεί μετά την Θ.Λειτουργία στο Πνευματικό κέντρο όπου προσφέρεται καφές.
 
Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον    www.egolpion.com
1   ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ  2012 


Read more: http://www.egolpion.com/agnektarios_saronikos.el.aspx#ixzz2lw0WQCXg