Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2014

ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΠΟΥΡΙΤΑΝΙΣΜΟΣ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ


ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΠΟΥΡΙΤΑΝΙΣΜΟΣ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ


ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΠΟΥΡΙΤΑΝΙΣΜΟΣ
ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ*
Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγ. Βλασίου Ιερόθεος
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ

   Το θέμα το οποίο πρόκειται να εισηγηθώ είναι πολύ μεγάλο και έχει πολλές προεκτάσεις, ήτοι θεολογικές, κοινωνικές και λογοτεχνικές, αφού άλλωστε μέσα από τα κείμενα των λογοτε­χνών μας περνούν όλοι οι καϋμοί, τα οράματα και τα βιώματα του λαού μας. Ωστόσο όμως 0ά επιδιώξω να παρουσιάσω, με συντομία, μερικές από τις κρίσιμες απόψεις του θέματος και κυρίως θα εντοπίσω το θέμα Ορθοδοξίας και Πουριτανισμού σε δύο έργα, στο έργο του Παπαδιαμάντη «Εξοχική λαμπρή» και στο έργο του Καζαντζάκη «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται». Και πάλι τονίζω ότι δεν θα εξετάσω όλες τις πλευρές που θα μπορούσα να κάνω, αλλά μερικά από όσα νομίζω ότι είναι εκθέσιμα.
Ο εξευρωπαϊσμός της Ελλάδος
Πριν προχωρήσω όμως στην καθ’ εαυτό ανάπτυξη του θέματός μου, θα ήθελα να δούμε για λίγο τον «χώρο» στον οποίο μεγάλωσε ο Παπαδιαμάντης και βέβαια και τον τρόπο ζωής του κληρονόμησε ο Καζαντζάκης.
Ο Παπαδιαμάντης γεννήθηκε σε μια περίοδο πολύ κρίσιμη για τον ελληνισμό, ήτοι το 1851, και βέβαια μεγάλωσε σε μια εποχή κατά την οποία γινόταν επίσημες διεργασίες για τον πολιτιστικό Εκσυγχρονισμό της Ελλάδος, που ταυτίζεται με τον εξευρωπαϊσμό, και αυτός ο πολιτιστικός εκσυγχρονισμός ταυτόχρονα είναι και προδοσία έναντι όλου του πολιτιστικού πλούτου του Γένους.
Τελευταία διάβασα δύο καταπληκτικά κείμενα, ήτοι το βι­βλίο της Έλλης Σκοπετέα με τίτλο «Το “Πρότυπο Βασίλειο” και η Μεγάλη Ιδέα (1820-1880)», που είναι από τα εγκυρό­τερα επιστημονικά βιβλία πάνω στο θέμα αυτό, και ένα κείμε­νο της Ευθυμίας Μαυρομιχάλη με τίτλο «Οι καλλιτεχνικοί σύλ­λογοι και οι στόχοι τους (1880-1910)». Και τα δύο αυτά κεί­μενα, χωρίς να αναφέρονται στον Παπαδιαμάντη, παρουσιά­ζουν τα πλαίσια μέσα στα οποία έζησε και μεγάλωσε, αλλά και κοιμήθηκε ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης και νομίζω δεί­χνουν την μεγαλωσύνη αυτού του ανθρώπου.
Η Έλλη Σκοπετέα στο βιβλίο της εκθέτει διεξοδικά το γε­γονός ότι μετά την Επανάσταση του 1821 παρατηρείται στον ελληνικό χώρο μια προσπάθεια απογαλακτισμού της Ελλάδος από την έως τότε παράδοσή της και την προσάρτησή της στην Ευρώπη. Οπότε με όλες τις διεργασίες που έγιναν προσπά­θησαν οι Ευρωπαίοι να αναπτύξουν μια καινούρια ιδεολογία και μια νέα συνείδηση στους Έλληνες πολίτες του Ελληνικού Κράτους. Η διεξοδική ανάπτυξη της διαφοράς μεταξύ των Ελ­λήνων και των Ελλαδιτών, η προσπάθεια ορισμού των συνό­ρων του νέου Κράτους, οι διαμάχες μεταξύ των αυτοχθόνων και των ετεροχθόνων και η τελική νίκη των αυτοχθόνων, η διά­κριση μεταξύ «των μέσα και έξω Ελλήνων» και η διαφορά μεταξύ Επτανησίων και Φαναριωτών δείχνει την διπολικότητα των κατοίκων που ζούσαν στο Ελληνικό Βασίλειο. Παρατηρείται μια προσπάθεια να αποκτήσουν οι Έλληνες ευρωπαϊκή ταυτότητα μέσα από την γλώσσα, την θρησκεία και την Παι­δεία. Με πολλές προσπάθειες κατασκευαζόταν ένα «πρότυπο Βασίλειο», το ελληνικό Κράτος, το οποίο ταυτιζόταν με το εθνικό Κράτος, και το οποίο «άρχιζε στην ουσία από το ση­μείο μηδέν»1. Το κενό που άφηνε η απομάκρυνση του Τούρκου καταχτητή έπρεπε να καλυφθή. «Επείγε η ανάγκη της αυτοτελούς πλέον επεξεργασίας μιας νέας συνείδησης, στο νέο πλαίσιο αναφοράς που ήταν το εθνικό κράτος»2. Μάλιστα ο Σπυρίδων Τρικούπης ως εξής καταγράφει το διπλό χαρακτηρισμό της Επανάστασης του 1821: «επανάστασις και αποστασία»3. Και βέβαια «η κατεύθυνση την οποία ακολούθησε το Βασίλειο ήταν δεδομένη: εξομοίωση με την Ευρώπη»4 και μάλιστα την Ευρώπη του διαφωτισμού, που σαφώς απομακρυνόταν από τον ορθόδοξο φωτισμό.
 […]
 Ορθοδοξία και Πουριτανισμός 
Η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η ιστορική Εκκλησία, που αποτελεί συνέχεια του πρώτου Χριστιανισμού, όπως τον διέ­σωσαν οι Απόστολοι, οι Αποστολικοί Πατέρες, οι μεγάλοι Πατέρες, οι Μάρτυρες και Ομολογητές, οι Όσιοι και ασκη­τές. Για την Ορθόδοξη Εκκλησία ο άνθρωπος είναι το αντι­κείμενο της αγάπης του Θεού. Ο Θεός αγαπά όλους τους αν­θρώπους, δικαίους και αδίκους, με την διαφορά ότι οι άνθρω­ποι ανάλογα με την πνευματική τους κατάσταση εκλαμβάνουν και βιώνουν την αγάπη του Θεού κατά διαφορετικό τρόπο, είτε ως Κόλαση είτε ως Παράδεισο. Η αμαρτία εκλαμβάνεται ως ασθένεια της ανθρώπινης φύσεως, και επομένως η ενανθρώπηση του Υιού και Λόγου του Θεού έγινε για να θεραπεύση τον άν­θρωπο και να τον ελευθερώση από τα συμπτώματα της αμαρ­τίας που είναι ο θάνατος και η φθορά. Επίσης στην Ορθόδοξη Εκκλησία πιστεύουμε ότι η τελική κρίση θα γίνη κατά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού, ότι ο Θεός έδωσε την κρίση στον Χριστό που θα την εξασκήση κατά την Δευτέρα Παρου­σία. Έτσι η Εκκλησία δεν εκλαμβάνεται ως νομικό κατασκεύα­σμα, ούτε ως ιδεολογικό σωματείο για τους καθαρούς και άγιους, αλλά ως το πνευματικό νοσοκομείο θεραπείας των αμαρτωλών και μετανοούντων. Τα κύρια χαρακτηριστικά γνω­ρίσματα των μελών της Εκκλησίας είναι η αγάπη, η ταπείνω­ση, η μετάνοια και η αυτομεμψία.
Η Μεταρρύθμιση που παρατηρείται στην Δύση ως αντίδραση στο σκληρό πνεύμα του Παπισμού δημιούργησε μια καινούρια επανάσταση και βέβαια είχε σχέση με την Αναγέννηση που είχε προηγηθή από αυτήν και τον Διαφωτισμό που ακολούθησε την Μεταρρύθμιση. Οι Προτεστάντες απέρριψαν ολόκληρη την Παράδοση, ήτοι τα μυστήρια, τις λειτουργικές τέχνες και κράτησαν μόνον την Αγία Γραφή. Καλλιέργησαν τον Ορθολογισμό και βεβαίως εξέφρασαν τον απόλυτο προορισμό, σύμφωνα με τον οποίο οι άνθρωποι είναι εκ φύσεως προορισμένοι ή για την σωτηρία ή για την καταδίκη. Μέσα στα πλαίσια αυτά ανα­πτύχθηκε ο ευσεβισμός, ως προσπάθεια της καθαρότητος των αισθήσεων, χωρίς άλλη προσπάθεια καθάρσεως της καρδιάς, και ο Πουριτανισμός.
Με τον όρο Πουριτανισμό εννοούμε τους Καλβινιστές της Αγγλίας που παρουσιάσθηκαν εκεί όταν βασίλευε η Ελισά­βετ (1558-1603). Την εποχή εκείνη εισήχθησαν στην Αγγλία τα καθολικά στοιχεία και τότε οι Καλβινιστές της Αγγλίας αντέδρασαν και έτσι κατήργησαν τον επισκοπικό βαθμό, γενόμενοι «πρεσβυτεριανοί» και διαμόρφωσαν την διδασκαλία τους και την λατρεία τους κατά τα καλβινιστικά πρότυπα, απέκτη­σαν σιωπηλό, σκυθρωπό και πεισματώδη χαρακτήρα7.
Φαίνεται στα όσα συνοπτικώς εξέθεσα πιο πάνω η διαφο­ρά μεταξύ της Ορθοδοξίας και του Πουριτανισμού. Κυρίως θα ήθελα να επικεντρώσω αυτήν την διαφορά σε δύο σημεία, γιατί αυτό θα μας βοηθήση στα όσα θα εκτεθούν πιο κάτω σχετικά με τον Παπαδιαμάντη και τον Καζαντζάκη. Το ένα εί­ναι ότι οι Προτεστάντες Πουριτανοί στηρίζονται στον Σταυρό του Χριστού, ενώ η Ορθοδοξία είναι Εκκλησία της Αναστάσεως δια του Σταυρού. Και το δεύτερο στοιχείο είναι ότι οι Πουριτανοί χωρίζουν τους ανθρώπους διαλεκτικώς σε καλούς και κακούς, απορρίπτοντας τους μεν και εκθειάζοντας τους δε, ενώ οι Ορθόδοξοι, επειδή δεν δέχονται τον απόλυτο προο­ρισμό, θεωρούν την αμαρτία ως ασθένεια που ενυπάρχει σε όλους τους ανθρώπους, και ότι η Εκκλησία είναι πνευματικό νοσοκομείο μέσα στο οποίο κατά διαφόρους βαθμούς δεχόμα­στε, με την ελεύθερη θέλησή μας, την θεραπεία, δια της ακτίστου Χάριτος του Θεού.
«Ο Χριστός ξανασταυρώνεται και η «Εξοχική Λαμπρή»
Ύστερα από όσα ανέφερα προηγουμένως θα προχωρήσω να εντοπίσω τα δύο κεντρικά σημεία της διαφοράς μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και του Πουριτανισμού στους δύο αυτούς συγγραφείς, δηλαδή στον Καζαντζάκη και τον Παπαδιαμάντη, και μάλιστα στα δύο συγκεκριμένα έργα τους «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» και «Εξοχική λαμπρή», Θα μπο­ρούσα να επεκτείνω το θέμα σε άλλα σημαντικά κείμενά τους αλλά χάριν οικονομίας χρόνου θα περιορισθώ σε αυτά.
Κατ’ αρχάς ο τίτλος των δύο διηγημάτων προσδιορίζει την διαφορά. 
Ο Καζαντζάκης αρχίζει το έργο του με αναφορά στην ανα­παράσταση της σταυρώσεως του Χριστού και συνεχίζει να περιγράφη τον σταυρό που σήκωνε ο λαός της συγκεκριμένης εκείνης εποχής που πεινούσε, σε σχέση με την άρχουσα τάξη της εποχής τους. Ο σταυρός είναι το κεντρικό σημείο της δι­δασκαλίας του και τον βλέπει χωρίς την ανάσταση. Αυτό το βλέπουμε και στο βιβλίο του «Ο φτωχούλης του Θεού», όπου παρουσιάζεται ο άγιος Φραγκίσκος της Ασίζης, εκφραστής του δυτικού Χριστιανισμού, να ανέρχεται στον υψηλότερο βαθμό της πνευματικής ζωής όταν «ο φτερωτός Σταυρωμένος» τον άγγιξε σαν μια αστραπή. Ο Φραγκίσκος φώναζε: «Ακόμα! Ακό­μα! Θέλω ακόμα! Κι η θεία φωνή από πάνω του: Μη ζητάς παραπέρα. εδώ σταματάει ο ανήφορος του ανθρώπου, στην Σταύρωση». Και όταν ο Φραγκίσκος κραύγαζε απελπισμένα: «Θέλω παραπέρα, την Ανάσταση», η φωνή του Χριστού του αποκρινόταν: «Αγαπημένε Φραγκίσκο, άνοιξε τα μάτια, κοίτα­ξε: Σταύρωση κι Ανάσταση είναι ένα». Και όταν έφυγε ο φτε­ρωτός σταυρωμένος Χριστός, τότε έτρεχε το αίμα από τα πόδια και τα χέρια του Φραγκίσκου, «και στο πλευρό του έτρεχε μια ανοικτή φαρδιά πληγή, θαρρείς καμωμένη από λόγχη»8.
Αντίθετα ο Παπαδιαμάντης στο διήγημά του «Εξοχική λαμπρή» περιγράφει την ορθόδοξη ατμόσφαιρα της εορτής της Αναστάσεως, που έγινε κατά τρόπον παραδοσιακό, στα Κα­λύβια. Έψαλαν τον Κανόνα στην Εκκλησία και ύστερα «ήναψαν τας λαμπάδας κ εξήλθον όλοι εις το ύπαιθρον ν’ ακούσωσι την Ανάστασιν. Γλυκείαν και κατανυκτιχήν Ανάστασιν εν μέσω των ανθούντων δένδρων, <των> υπό ελαφράς αύρας σειομένων ευωδών θάμνων, και των λευκών άνθεων της αγραμπελιάς»9. Οι χωρικοί κοινώνησαν και στην συνέχεια «περί την μεσημβρίαν, μετά την Β Ανάστασιν, οι χωρικοί το έστρωσαν υπό τας πλατάνους παρά την δροσεράν πηγήν»10. Έφαγαν και ήπιαν. «Είτα ήρχισαν τα άσματα. Εν πρώτοις το Χριστός ανέστη, ύστερον τα θύραθεν. Ο μπαρμπα-Μηλιός θελήσας να ψάλη και αυτός το Χριστός ανέστη, το εγύριζε πότε εις τον αμανέ και πότε εις το κλέφτικο»11. Ο μπαρμπα-Κίτσος έψαλε το Χριστός ανέστη, αλλά παρά την ιδιορρυθμία της ψαλμωδίας «ουδείς ποτέ έψαλεν ιερόν άσμα μετά πλείονος χριστιανικού αισθήματος και ενθουσιασμού»12. Και «περί την δείλην είχεν άρχίσει ο χορός, χορός κλέφτικος»13.
Δηλαδή, ενώ ο Καζαντζάκης περιγράφει μια πνευματική ζωή γεμάτη αγωνία και σταύρωση, πληγές και αίματα, όπως φαί­νεται και σε άλλα κείμενά του, ήτοι στην «Ασκητική» του, εν τούτοις ο Παπαδιαμάντης επιμένει στην Ανάσταση του Χριστού, που την πανηγυρίζει ολόκληρη η φύση, αλλά και την χαίρονται οι άνθρωποι με ιλαρότητα, φυσικότητα και πολύ ομορφιά.
Στα κείμενα αυτών των δύο μεγάλων λογοτεχνών μας πα­ρουσιάζεται και το δεύτερο σημείο που ανέφερα πιο πάνω. Συγκεκριμένα ο Καζαντζάκης χωρίζει τους ανθρώπους σε κα­λούς και κακούς, με βάση την πουριτανική ηθική, που στηρίζε­ται στον απόλυτο προορισμό και τον ευσεβιστικό ανθρωπισμό, ενώ ο Παπαδιαμάντης αγκαλιάζει όλους τους ανθρώπους με στοργή και αγάπη. Δεν αμνηστεύει τα ελαττώματά τους, αλλά τα βλέπει μέσα σε όλη την προοπτική της προσωπικότητός τους καθώς επίσης τα αφήνει στην Πρόνοια, το έλεος και την κρίση του Χριστού. Δεν αποσπά ανθρωποκεντρικά και αυτάρεσκα την κρίση από τον Χριστό.
Επίσης, και στα δύο αυτά κείμενα παρουσιάζονται και ερμηνεύονται διάφορες ενέργειες δύο ζευγών Ιερέων. Στον Καζαντζάκη περιγράφεται ο παπα-Φώτης και ο παπα-Γρηγόρης, στον δε Παπαδιαμάντη ο παπα-Κυριακός και ο παπα-Θοδωρής. Ο Καζαντζάκης είναι απόλυτος και τους ερμηνεύει μέσα στο σχήμα ο καλός και ο κακός. Ο Παπαδιαμάντης δεν θέτει τέτοιες διαχωριστικές γραμμές, βλέπει τα ελαττώματα αλλά τελικά τονίζει την μετάνοια και το ορθόδοξο ήθος.
Στον Καζαντζάκη ο παπα-Γρηγόρης χαρακτηρίζεται «φαταούλας»14, «τραγογένης»15, «θεομπαίχτης», «ψεύτης»16, είναι παπάς «με την γεμάτη κοιλιά... με τα διπλά προγούλια»17. Γράφει έντονα απαξιωτικά και καταδικαστικά για τον παπα-Γρηγόρη. Το ίδιο πνεύμα παρατηρείται και στους άλλους χωριανούς, όπως τον γερο-Πατριαρχέα, τον Χατζή - Νικολή, τον γερο-Λαδά18, την Κατερίνα, την χήρα19 κλπ. Αντίθετα ο παπα-Φώτης, για τον Καζαντζάκη, ήταν ο καλός παπάς, που δεν έχει κανένα ψεγάδι επάνω του και αγωνίζεται για το ποίμνιό του που πεινούσε. «Μπροστάρης πήγαινε ένας παπάς ηλιομαυρισμένος, αδύναμος, με μεγάλα μαύρα μάτια που πετούσαν φωτιές κάτω από τα’ άγρια φρύδια, με αριά γκρίζα γένια σφηνωτά.  Έσφιγγε στην αγκαλιά του ένα βαρύ Ευαγγέλιο ασημοδεμένο και φορούσε το πετραχήλι του»20. Είναι σαφής η διαλεκτική αντίθεση μεταξύ καθαρών και μη καθαρών ιερέων. Πρόκειται για ένα καθαρό πουριτανισμό και ευσεβισμό.
Στον Παπαδιαμάντη, όμως, δεν παρατηρούνται τέτοιες διαλεκτικές αντιθέσεις. Όλοι οι άνθρωποι είναι αμαρτωλοί και όλοι έχουν στοιχεία και σημεία βδελυκτά ενώπιον του Θεού και αναζητούν το έλεος του Θεού. Αυτό φαίνεται στην «Εξοχική λαμπρή», στις αντιδράσεις μεταξύ του παπα-Κυριακού και του παπα-Θοδωρή, ιδιαιτέρως στον τρόπο με τον οποίο αντέδρασε ο παπα-Κυριακός στην εσφαλμένη είδηση του υιού του Ζάχου. Κάνοντας ο παπα-Κυριακός την Ανάσταση στα Καλύβια, έμαθε από τον γυιό του ότι ο παπα-Θοδωρής του έκλεβε τις λειτουργίες, που λειτουργούσε στον κεντρικό Ναό, ενώ, όπως αποδείχθηκε αργότερα, δεν έκανε κάτι τέτοιο. Αναστατώνεται ο παπα-Κυριακός, ο οποίος, γνήσιος εκπρόσωπος του ελληνικού Κλήρου, «πλην μικρού ελευθεριασμού, ήτο κατά πάντα άμεπτος». Ο παπα-Κυριακός φαινόταν ως πλεονέκτης, γιατί ήθελε να μεγαλώση τα παιδιά του, λίγο δύσπιστος αλλά «ανοικτόκαρδος»21. Με την πληροφορία που του μετέφερε ο υιός του αγανάκτησε, δεν συγκρατήθηκε, αμάρτησε, έφυγε από την Εκκλησία, για να πάη εκείνη την ώρα να συλλάβη επ αυτοφόρω τον συνεφημέριό του, αλλά στον δρόμο, στον νερόμυλο, αισθάνθηκε την πτώση του και «ποιήσας το σημείον του σταυρού «ήμαρτον, Κύριε, είπεν, ήμαρτον, μη με συνερισθής»22. Και στην συνέχεια: «ησθάνθη δάκρυ βρέχον την παρειάν του. «Ω, Κύριε, είπεν ολοφύχως, ήμαρτον, ήμαρτον! Συ παρεδόθης δια τας αμαρτίας μας, και ημείς σε σταυρώνομεν κάθε μέρα»23. Επέστρεψε και έτσι τελείωσε την θεία Λειτουργία, όμως «αυτός δεν εκοινώνησε, επιφυλαττόμενος να το είπη εις τον πνευματικόν, και πρόθυμος να δεχθή τον κανόνα»24.
Στον Παπαδιαμάντη δεν παρατηρεί κανείς ούτε ίχνος πουριτανισμού και ευσεβισμού, δεν χωρίζει τους Κληρικούς σε καλούς και κακούς, δεν κρίνει τον παπα-Κυριακό, αλλά και αυτήν την πτώση του την αντιμετωπίζει με συμπάθεια και την εντάσσει στο κλίμα της μετανοίας. Ο Παπαδιαμάντης εκφράζει την άποψη ότι όλοι είμαστε αμαρτωλοί και όλοι έχουμε ανάγκη του ελέους και της ευσπλαχνίας του Θεού. Μόνον ο Θεός είναι καθαρός και, με την απόλυτη σημασία της λέξεως, άγιος. «Εις μόνος άγιος, εις μόνος Κύριος. Ιησούς Χριστός». Αυτό το βλέπουμε σε πολλά κείμενά του, ιδίως στο «Έρωτας στα χιόνια» και «Χωρίς στεφάνι».
Ο Παπαδιαμάντης και ο Καζαντζάκης είναι δύο μεγάλοι λογοτέχνες, οι οποίοι εκφράζουν και διατυπώνουν στα κείμενά τους εκφράσεις της κοινωνίας μας. Όμως διαφορετική είναι η προοπτική μέσα από την οποία παρατηρούν την κοινωνία μας, και βεβαίως εκφράζουν δύο ερμηνευτικές παραδόσεις. Αυτό φαίνεται σε όλο το έργο τους. Ο Καζαντζάκης έχει επηρεασθή από την θρησκευτικότητα που παρατηρείται στην Δύση, είτε με την μορφή του Παπισμού, είτε με την μορφή του Προτεσταντισμού, ενώ ο Παπαδιαμάντης έχει επηρεασθή από τις παραδόσεις του λαού, τους φιλοκαλικούς Πατέρες και το Άγιον Όρος, το πνεύμα και την ζωή της Ρωμηοσύνης.
Προσωπικά με ικανοποιεί αφάνταστα ο Παπαδιαμάντης. γιατί βλέπει τον κόσμο με φιλανθρωπία, αρχοντική αγάπη, τρυφερότητα και ευαισθησία, η οποία προέρχεται από την ορθόδοξη αυτομεμψία και νομίζω ότι, αν έβαζαν τον Παπαδιαμάντη να κρίνη τον Καζαντζάκη, θα τον άφηνε στο έλεος του Θεού. Αυτό δείχνει την πνευματική αρχοντιά του Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη.
Μάϊος 2002


* Εισήγηση στην ημερίδα για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη που οργάνωσε ο Δήμος Ναυπάκτου στην Παπαχαραλάμπειο αίθουσα
1.    Έλλης Σκοπετέα, Το «Πρότυπο Βασίλειο» και η «Μεγάλη Ιδέα», όψεις του εθνικού προβλήματος στην Ελλάδα, 1830- 1880 Aθήνα 1988. σελ. 30-31
2.    ένθ. ανωτ. σελ. 31
3.    ένθ. ανωτ. σελ. 39
4.    ένθ. ανωτ. σελ. 44
5.    ένθ. ανωτ. σελ. 274
6.    βλ. Ευθυμίας Μαυρομιχάλη, Ο Γλύπτης Δημήτριος Ζ. Φιλιππότης, εκδ. Στρατή Γ. Φιλιππότη, Αθήνα 2003
7.   Αρχιμ. Βασιλείου Στεφανίδου, Εκκλησιαστική ιστορία, εκδ. Παπαδημητρίου, Αθήνα, σελ. 633
8      Νίκου Καζαντζάκη, Ο φτωχούλης του Θεού, εκδ. Ε. Καζαντζάκη. Αθήνα 1964. Ε1 εκδ. σελ. 311
9.    Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη Άπαντα, Κριτική έκδοση Ν. Τριανταφυλλόπουλος, έκδ. Δόμος, Αθήνα 1997, τόμ. Β, σελ. 127
10.  ένθ. ανωτ. σελ. 130
11.   ένθ. ανωτ. σελ. 132
12.  ένθ. ανωτ. σελ. 133
13.  ένθ. ανωτ.
14.  Νίκου Καζαντζάκη, Ο Χριστός ξανασταυρώνεται, έκδ. Ε. Καζαντζάκη, Αθήνα 1965, Θ’ έκδ. σελ. 66
15.  ένθ. ανωτ. σελ. 50
16.  ένθ. ανωτ.
17.  ένθ. ανωτ. σελ. 51
Ι8.  ένθ. ανωτ. σελ. 28-29
19.  ενθ. ανωτ. σελ. 38
20. ένθ. ανωτ. σελ. 36
21. Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη, ένθ. ανωτ. σελ. 126
22. ένθ. ανωτ. σελ. 130
23. ένθ. ανωτ.
24. ένθ. ανωτ.



 
Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγ. Βλασίου Ιεροθέου
«Εκκλησιαστικοί αναβαθμοί προκλήσεις και προσκλήσεις στην νέα χιλιετία»
Εκδόσεις: Ιερά Μονή Γενεθλίου της Θεοτόκου 321 00 ΛΕΒΑΔΕΙΑ, Τ.Θ. 107 Τηλ.: 2261035135, 6944 504297 πρωινές ώρες Fax: 22610 39201 http://www.pelagia.org e-mail: pelagia@pelagia.org 

Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον       www.egolpion.com


Read more: http://www.egolpion.com/kazantzakis_papadiamantis.el.aspx#ixzz2sEzfRJHY

Ο π. ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ

Ο π. ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ



Ο π. ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ
ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ
Νόστιμο φαγητό με λίγο ... υδροκυάνιο!
 
-Γέροντα, ο Καζαντζάκης εκτός από τα τόσα στραβά που λέει, έχει και κάποια καλά. Γιατί τον πετάμε εξ ολο­κλήρου και δεν τον αξιολογούμε, να πούμε αυτό είναι καλό, εκείνο κακό;
- Αν κάποιος φτιάξη ένα ωραίο φαγητό με ακριβά υλικά και πολλή τέχνη και το κάνη πεντανόστιμο, αλλ’ ύστερα ρίξη καμμιά δεκαπενταριά σταγόνες υδροκυανί­ου, θα φάη κανείς αυτό το φαγητό; Σάς ερωτώ. Μα είναι νόστιμο, μα έχει καλά υλικά, μα... Ναι, αλλά έπεσε δηλη­τήριο επάνω. Ποιος θα τολμήση, έστω να δοκιμάση, ένα φαγητό, που έχει μέσα υδροκυάνιο, που όχι άνθρωπο, αλλά ελέφαντα σκοτώνει;
Αυτό έχει κάνει και ο Καζαντζάκης. Κι αν κάπου - κά­που έχη και κάποια σελίδα της προκοπής, λίγο πιο πέρα, στην άλλη, ρίχνει υδροκυάνιο μέσα. Γιατί να συστήσου­με να τον διαβάσουν οι νέοι μας; Θα οικοδομηθούν, θα ωφεληθούν; Τι να πάρουν από τον Καζαντζάκη, που κά­θε λίγο και λιγάκι λέγει αθλιότητες και αισχρότητες; Δεν ξέρεις σε ποια σελίδα θα σου πη κάτι καλό και σε ποια σελίδα θα σου πη τις αχρειότητές του.
Και επί τέλους γιατί είναι τόσο αναγκαίο να διαβάσω τον Καζαντζάκη; Χάθηκαν οι άλλοι λογοτέχνες; Ή μή­πως πρόκειται για αναντικατάστατα επιστημονικά συγ­γράμματα; Αν κάποιος μεγάλος εφευρέτης, ένας επι­στήμονας (δεν τα κάνουν αυτά οι εφευρέτες) σ’ ένα βι­βλίο επιστημονικό γράφη και μερικές σελίδες τέτοιες, θα πη κανείς, τι να κάνω, πρέπει να το διαβάσω, διότι έχει μέσα π.χ. ιατρικά θέματα και πρέπει να τα μάθω. Στη λογοτεχνία όμως δεν ισχύει αυτό. Γιατί, λοιπόν να διαβάσω τον Καζαντζάκη; Για να αντιμετωπίζω σε κάθε σελίδα την κόπρο που προσφέρει;
Στο «Φτωχούλη του Θεού» λέει ο Καζαντζάκης, ότι το καλλίτερο κήρυγμα περί Θεού το βρήκε στην άνθησι της αμυγδαλιάς. Και μέσα στο ίδιο βιβλίο έχει σελίδες παν­άθλιες και υβριστικές. Και μετά απ’ όλα αυτά δεν έχει «την των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν», όπως έλεγαν για την αρχαία ελληνική τραγωδία.
Καζαντζάκης και Μέγας Βασίλειος
-Γέροντα, κάτι ανάλογο δεν μπορούμε να πούμε για τον Καζαντζάκη, όπως ο Μ. Βασίλειος για τους αρχαίους συγγραφείς; Δηλαδή να παίρνουμε το τριαντάφυλ­λο και να παραμερίζουμε τα αγκάθια;
-Υπάρχει μεγάλη διαφορά. Ο Μέγας Βασίλειος δεν παρώτρυνε στη μελέτη των ειδωλολατρών συγγραφέων. Τι έκανε; Έγραψε την πραγματεία «Προς τους νέους όπως αν εξ ελληνικών ωφελοίντο λόγων» για τους ανεψι­ούς του, οι οποίοι θα ήρχοντο στην Αθήνα να σπουδά­σουν την αρχαία ελληνική φιλοσοφία. Και τους λέγει: «Προσέξτε, οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι έχουν και με­ρικά σημεία σωστά, αλλά έχουν και πολλά στραβά κι ανάποδα. Ό,τι, λοιπόν, κάνετε με το τριαντάφυλλο που κό­βετε το λουλούδι και αφήνετε τα αγκάθια να μη σάς κεν­τήσουν, μη σάς τρυπήσουν και σάς ματώσουν, έτσι να κά­νετε και με τους αρχαίους. Ό,τι καλό βρήτε στους αρχαί­ους, πάρτε το, προσέξτε, όμως, μη παρασυρθήτε από τα κακά».
Άλλο είναι να πης σ’ ένα νέο, που πάει να σπουδάση ελληνική φιλοσοφία, «Κοίτα, παιδί μου, μη παρασυρθής από τα στραβά και τ’ ανάποδα, αλλά να δεχθής τα ωφέ­λιμα», και άλλο να του λες, «Παιδί μου, θα ωφεληθής πολύ, πάρα πολύ, είναι απαραίτητο να διαβάσης την αρχαία ελληνική φιλοσοφία». Δεν είπε τέτοια πράγματα ο Μέγας Βασίλειος.
Και όχι μόνο δεν είπε κάτι τέτοιο, αλλά σε επιστολή του προς τον Ευστάθιον Σεβαστείας εξομολογούμενος λέγει: «Εγώ πολύν χρόνον προσαναλώσας τη ματαιότητι και πάσαν σχεδόν την εμαυτού νεότητα εναφανήσας τη ματαιοπονία, ην είχον προσδιατρίβων τη αναλήψει των μαθημάτων της παρά Θεού μωρανθείσης σοφίας, εξ ύπνου βαθέος διαναστάς, απέβλεψα μεν προς το θαυμαστόν φως της αλήθειας του Ευαγγελίου, κατείδον δε το άχρηστον της σοφίας των αρχόντων του αιώνος τούτου των καταργουμένων. Πολλά την ελεεινήν μου ζωήν αποκλαύσας, ηυχόμην δοθήναί μοι χειραγωγίαν προς την εισαγωγήν των δογμάτων της ευσεβείας. Και προ γε πάν­των επιμελές ην μοι διόρθωσίν τινα του ήθους ποιήσασθαι πολύν χρόνον εν ταις προς τους φαύλους ομιλίαις διαστραφέντος»[1].
Δηλαδή: Σπατάλησα την ζωή μου στη ματαιότητα (ονομάζει ματαιοπονία τον κόπο, που διέθε­σε για την μελέτη της ελληνικής φιλοσοφίας). Όταν ξύ­πνησα, σαν από βαθύ ύπνο, και απέβλεψα προς το θαυ­μαστό φως της σοφίας του Ευαγγελίου, ευχόμουν, ζήτη­σα από τον Θεό, να μου δώση κάποιον που θα με χειραγωγήση «εις την εισαγωγήν των δογμάτων της ευσεβείας», στη χριστιανική διδασκαλία. Και πριν από όλα ήθε­λα να κάνω κάποια διόρθωσι του ήθους μου, διότι και αυτό είχε διαστραφή, είχε χαλάσει κάπως ο χαρακτήρας μου, από την πολλή επαφή που είχα με τους φαύλους.
Δεν είχε πορνεύσει ο Μέγας Βασίλειος, δεν είχε μοιχεύσει, δεν είχε ψευδορκήσει, δεν είχε πλαστογραφήσει. τους αρχαίους Έλληνες διάβαζε, και αποκλαίει την ζωή του και την ονομάζει ελεεινή· τόσο πολύ οικτείρει τον εαυτό του διότι έχασε χρόνο πολύτιμο μελετώντας την ελληνική φιλοσοφία. Σκεφθήτε, τι θα πούμε εμείς τώρα για τους νέους μας; Να τους παραπέμψουμε  να διαβά­σουν ένα «χριστιανό» βαπτισμένο (τον Καζαντζάκη), που καθυβρίζει καπηλικώτατα τον Κύριο; Πόσο θα βλαβή το ήθος τους από την σχέσι μ’ αυτό τον άνθρωπο;
Παλαιά τα φαρμακεία δεν είχαν όλα τα φάρμακα έτοι­μα, όπως τα έχουν τώρα. Είχαν γουδί, και κατασκεύαζαν το φάρμακο. Τότε, λοιπόν, είχαν και μερικά μπουκαλάκια, που έγραφαν απ’ έξω poison, δηλαδή δηλητήριο. Αυτό κάνει ο Μ. Βασίλειος με το παραπάνω έργο του. Λέει poison, παιδιά μου! Προσέξτε. υπάρχει και δηλητή­ριο στην ελληνική φιλοσοφία, μη το πάρετε. Ο Πλάτων μιλάει για κοινοκτημοσύνη γυναικών, ο Αριστοτέλης λέγει, ότι οι άνθρωποι διακρίνονται εκ φύσεως σε δού­λους και ελευθέρους κ.λπ. (δεν τα αναπτύσσει αυτά ο Μ. Βασίλειος εγώ τα προσθέτω). μη πάρετε τέτοια πράγμα­τα. Μακρυά! Μερικά άλλα που είναι καλά, αυτά πάρτε τα. Εφιστά την προσοχή να μη βλαβούν μια και τα διά­βαζαν. Δεν τους προτρέπει.
Τι σχέσι έχουν αυτά με τον Καζαντζάκη, ο οποίος αξιώθηκε να γνωρίση το Ευαγγέλιο, να γεννηθή στην Ορ­θόδοξη Εκκλησία, ν’ ακούση την διδασκαλία την χρι­στιανική, και μετά όχι απλώς την απέπτυσε, αλλά και την κύλησε στο βόρβορο;

«Θρησκεύον ον»
Λένε μερικοί: «Θρησκεύον ον ο Καζαντζάκης. Είχε πνευματικές ανησυχίες και αναζητήσεις».
Και τι μ’ αυτό; Που κατέληξε; Ξέρετε τι ζήτησε ο ίδιος να γραφή στον τάφο του; «Δεν ελπίζω τίποτα· δε φο­βούμαι τίποτα· είμαι ελεύθερος». Και εγράφη βεβαίως. Πηγαίνετε στα κοιμητήρια να διαβάσετε επιγραφές πά­νω στους τάφους πιστών ανθρώπων. «Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών» ή «Αναστήσονται οι νεκροί και εγερθήσονται οι εν τοις μνημείοις»[2] ή «Χριστός εγήγερται εκ νεκρών, απαρχή των κεκοιμημένων»[3] και άλλα.
Γνωρίζετε ποια ήταν η τελευταία λέξις του Καζαντζά­κη; «Διψώ». Και έγραψε πολύ ευστόχως και ευφυώς ο π. Θεόκλητος ο Διονυσιάτης σ’ ένα άρθρο του: «Άραγε πριν ακόμη βγη η ψυχή του να προγευόταν την βασανι­στική φλόγα της καμίνου του πυρός του εξωτέρου σαν τον πλούσιο που ωδυνάτο εν τη φλογί εκείνη και ήθελε κάποιον να του αναψύξη την γλώσσα;».
 
Πνεύμα δειλίας ή δυνάμεως;
-Ποια η στάσις της επισήμου Εκκλησίας, όταν άρχι­σαν να κυκλοφορούν τα βιβλία του Καζαντζάκη;
-Η Εκκλησία, η Ιερά Σύνοδος, τα καταδίκασε με επί­σημη ανακοίνωσί της.
-Είναι αφωρισμένος ο Καζαντζάκης;
-Όχι. Δεν είναι αφωρισμένος. Κατά την γνώμη μου θα έπρεπε να αφορισθή. Εν πάση περιπτώσει, δεν αφωρίσθηκε. Ετάφη, δυστυχώς, μεγαλοπρεπώς. Αφού δεν είχε αφορισθή, θα έπρεπε να ταφή εκκλησιαστικώς. Αλλ’ αντί να στείλη η Εκκλησία της Κρήτης στην κηδεία ένα παπά να του ψάλη το «Άμωμοι εν οδώ αλληλούια» και το «Ανάπαυσον ο Θεός τον δούλον σου», πήγε μεγαλο­πρεπώς ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος, ο Μητροπολίτης, όπως τότε λεγόταν, Κρήτης. Πιέσθηκε ή όχι, δεν έχει καμμία σημασία. «Ουκ έδωκεν ημίν ο Θεός πνεύμα δει­λίας, αλλά δυνάμεως»[4]. Δυστυχώς παρέστη και ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος Κρήτης!
 
 
  1. PG 32,824.
  2. Ησ. 26,19.
  3. Α' Κορ. 15,20.
  4. Β' Τιμ. 1,7.
 
ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ: ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΝ ΕΓΚΟΛΠΙΟΝ       
Από το βιβλίο:
ΧΡΙΣΤΩ ΤΩ ΘΕΩ ΠΑΡΑΘΩΜΕΘΑ A΄ Έκδοσις Οκτώβριος 2003 (σελ: 115-120)
Ιερόν Ησυχαστήριον Κεχαριτωμένης Θεοτόκου Τροιζήνος 180 20 Τροιζήνα
τηλ. 22980-35320 & 210-8220542 fax. 22980-35480
ISBN: 960-85949-2-8
Φωτογραφία από εδώ

Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον       www.egolpion.com
10   ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ  2013


Read more: http://www.egolpion.com/kazantzakis_epifanios.el.aspx#ixzz2sEzJCQrz

ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ: ΤΑ ΑΙΣΘΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ

ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ: ΤΑ ΑΙΣΘΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ



ΝΙΚΟΣ   ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ
ΤΑ ΑΙΣΘΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΓΙΑ
ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ
Ιωάννου Δ. Κορδορούμπα
 
 
    Φελαχολαούς ονομάζει ο Σπέγκλερ τους πολιτι­στικά ξεπεσμένους λαούς. Ένας τέτοιος λαός λοιπόν, κατά τον Κρητικό Καζαντζάκη, είμαστε κι’ εμείς οι Έλληνες. Γι’ αυτό και «δεν θ’ αρχότανε να ζητήσει τους Έλληνες για να κηρύξει τη λύση που θα μπορούσε να σώσει τη σημερινή ψυχή — τότε τουλάχιστον το 1920 — γιατί οι τοτινοί άνθρωποι στην Ελλάδα, ήταν ακόμα α­προετοίμαστοι ν’ ακούσουν μια ιδέα και να ταρα­χτούνε· ήταν μικροί εμποράκοι, δασκαλάκοι, άναντροι» (Α. Υπ. 180).
Ήταν τότε που είχε συλλάβει το όραμα της λυτρώσεως του ανθρώπου με την «ΑΣΚΗΤΙΚΗ» του.
Η αλήθεια είναι ότι, πραγματικά τότε οι άνθρω­ποι στην Ελλάδα σαν... δασκαλάκοι που ήταν είχαν στέρεες πεποιθήσεις κι’ ιδανικά και με το δίκηο του εκφράζει τη δυσπιστία του γι’ αυτούς. Αν όμως ζούσε σήμερα, που οι ιδέες του πέρασαν ακόμα και σε κληρικούς, δε θα ’λεγε τα ίδια και δε θ’ αναγκαζότανε να κάνη αυτό το διαχωρισμό. Αλλά ας δούμε το γράμμα του απ’ την αρχή.
«Δεν ξέρω καλά ή κακά, έχω ξεφύγει απ’ τα σύνορα της Ελληνικής πατρίδας. Ναι είμαι απ’ την Ελληνική ράτσα κι’ ο ξεπεσμός της είναι και δικός μου ξεπεσμός... Μα πάλι λέω, νιώθω πως η Κρητική μας ράτσα δεν είναι Ελληνική». 
Κάτι ανάλογο είχε πει και στον ANDRE ΜΙRAMBEL:
«Είμαι Κρητικός κι’ έπειτα Ρωμηός» (Ν.Ε. 106).
Και για να ξεκαθαρίση εντελώς το θέμα του δια­χωρισμού θα πη αλλού: «Φρικώδεις βέβαια είναι και οι Κρητικοί, μα γιατί παρασύρθηκαν απ’ την Ελλαδική αθλιότητα» (Βρετ. 82).
Την παραπάνω διάκριση θα τη συναντήσουμε και πάλι ακόμα πιο ξεκάθαρα. Τώρα, για να μη θεωρηθή δική μου επινόηση ο... τιμητικός τίτλος του Ελληνικού λαού, στην αρχή του κεφαλαίου είναι ανάγκη να διαβάσουμε το γράμμα του Καζαντζάκη που έστειλε στον Πρεβελλάκη το 1927 απ’ τη Μό­σχα:
«Ξαναθωρώ ό,τι τόσο αγάπησα τους χρυσούς τρούλους, τους σκοτεινούς άντρες, τις άγριες επικίντυνες γυναίκες  τα ασιατικά ζυγωματικά. Πόσο μακρυά βρίσκεσαι εδώ απ’ την επιπόλαιη φτενή,  μι­κρόμυαλη, μικρόψυχη Ελλάδα. Τι ντροπή ν’ ανήκεις σε μια ράτσα ξεπεσμένη, ξεπλυμένη, φελάχα. Πρέπει όλα αυτά να τα νικήσουμε, να ξεφύγουμε, να πολεμήσουμε μέσα μας, ό,τι μας σμίγει με το ρωμαίικο αίμα» (Γραμ. 41, σελ. 56).
Μόνο ένας Καζαντζάκης θα μπορούσε να χρησιμοποιήση τόσο επιτυχημένους χαρακτηρισμούς για να εκφράση την αηδία του αλλά και τον πόθο του να ξεκόψη τελείως απ’ την Ελλάδα. και το κατώρθωσε, όπως διαπιστώνει και η Λ. Ζωγράφου:
«Θα φύγει απ’ την Ελλάδα χωρίς να τη βοηθή­σει. Ας μην ξεγελιόμαστε. Ο Καζαντζάκης λιποτάχτησε απ’ την Ελλάδα, όπως και από κάθε πραγμα­τικότητα της ζωής» (σελ. 55-56).
Τη λιποταξία του δε αυτή ή τη σιχαμάρα του προς την Ελλάδα, εκτός απ’ τα γράμματά του που παραθέτω πιο κάτω, θα την επιβεβαίωση ο ίδιος και με έμμεσο τρόπο... ποιητική αδεία, δια στόματος του ήρωά του Καραγιάννη... που ήταν απ’ την Κρήτη, στο μυθιστόρημα του «Ζορμπάς» (σελ. 172,173).
«Μισώ τους Ευρωπαίους, μα περισσότερο απ’ όλους μισώ τους Ρωμηούς και το Ρωμαίικο... Για να μην τους βλέπω... έφυγα για πάντα απ’ την πατρίδα... στην ταφόπετρα χάραξα μονάχος μου με χοντρά κε­φαλαία γράμματα: 
ΕΝΘΑΔΕ ΚΕΙΤΕΤΑΙ ΕΝΑΣ ΡΩΜΙΟΣ ΠΟΥ ΣΙΧΑΙΝΕΤΑΙ ΤΟΥΣ ΡΩΜΙΟΥΣ».
Η δε πρώτη φράση που έμαθε στο γυιό του ήταν «φτου σου Ρωμιοσύνη» (174).
Έτσι ένιωθε ο μεγάλος αυτός πατριώτης για την Ελλάδα και τους Έλληνες, τους οποίους είχε βάλει στο στόχαστρό του απ’ τα πρώτα ακόμα βήματα της λογοτεχνικής του σταδιοδρομίας (1907). Όταν έγραψε τότε το θεατρικό του έργο «Πρωτομάστορας» και ενώ αυτό βραβεύτηκε στο διαγωνισμό, όμως, επειδή δεν ασχολήθηκαν οι διάφοροι κριτικοί όσο θα άρμο­ζε σ’ έναν εκκολαπτόμενο κολοσσό, μη υποφέροντας τη σιωπή επιτίθεται με βιαιότητα εναντίον των δια­νοουμένων της εποχής επειδή δεν τον προσέχουν. Σχολιάζοντας δε αυτή τη συμπεριφορά του η Λ. Ζω­γράφου γράφει στις σελ. 51, 52:
«Ο Καζαντζάκης αγανακτεί και βρίζει τους πάντες γιατί δεν τον προσέχουν. Είναι σχεδόν πρωτοφα­νές να ξεσηκώνεται ένας καλλιτέχνης και να φτύνει βρισιές στους πνευματικούς ανθρώπους της εποχής επειδή δεν τον προσέχουν. Ολόκληρη η Ρωμιοσύνη θα γίνη απ’ τη στιγμή εκείνη εχθρός...».
Αλλά ας πάρουμε με τη σειρά τα γράμματά του που στέλνει στον Πρεβελλάκη, για να δούμε πόσο αγαπούσε την πατρίδα του, που κάθε τόσο μας τσαμ­πουνάνε οι διάφοροι θαυμαστές του.
Απ’ το Χάρκοβο στις 17/11/1927: «Πρέπει με κάθε τρόπο να βρω μέσο να ζήσω μακρυά απ’ την Ελλάδα...» (Γράμ. 42).
Απ’ το Σοχούμ στη 1/12/1928: «Αχ να μην αγα­πούσα τόσο πολύ την Ελληνική δημοτική γλώσσα να μην ξαναγυρίσω στην Ελλάδα!...» (Γράμ. 70).
Απ’ τη Μόσχα στις 9/4/1929, γράφει πάλι στον ίδιο — που είναι πιθανόν να του είχε προτείνει συ­νάντηση στο Παρίσι και του απαντά: «Προτιμώ τη Γερμανία απ’ τη Γαλλία. Το Παρίσι μυρίζει πολλή Ελλάδα και η Ελλάδα — οι Έλληνες μου είναι μισητή...» (Γράμ. 79). Και η απλή θύμηση δηλαδή της Ελλάδας και των Ελλήνων του είναι αποκρουστική.
Απ’ το Κόττεσγκαμπ στις 28/5/1929: «Μακάρι να κοπεί κάθε μου πιθανότητα εργασίας στην Ελ­λάδα. Μακάρι να μη γύριζα ποτέ. Δεν τη θέλω, μο­νάχα η Κρήτη με κατέχει ακόμα και πάντα» (Γράμ. 83).
Απ’ το ίδιο μέρος πάλι στις 17/6/1929, θα κάμη και μια προφητεία που ίσως... ευτυχήσουμε να διαπι­στώσουμε την εκπλήρωσή της στις μέρες μας με τον κατήφορο που πήραμε: «Πηγαίνοντας στο Βλαδιβοστόκ, μέσα στους φοβερούς πάγους της Σιβηρίας, διόρθωσα μερικούς στίχους (στην Οδύσσεια) έγιναν άρτιοι, κι’ αν έτσι όλοι πετύχουν, η ψυχή μου σώθηκε για το λίγο διάστημα που θα λαλιέται η Ελληνι­κή γλώσσα...».
Πως μπορεί κανείς να μείνη ασυγκίνητος με τις... ενθαρρυντικές και αισιόδοξες αυτές προβλέ­ψεις!
Και συνεχίζουμε την ανάγνωση των γραμμάτων του με τα... φλογερά του αισθήματα για τους συμπα­τριώτες του:
Απ’ το Παρίσι στις 21/4/1930: «Μονάχα Οβραίους και Ρούσους μπορώ να νοιώσω αδελφούς» (Γράμ. 105).
Απ’ τη Νίκαια στις 27/8/1930: «Η χαρά μου που θα σάς δω ελαττώνει τη δυσφορία μου πολύ που θα δω την Ελλάδα» (Γράμ. 117). Όχι δηλαδή μόνο αμέσως αλλά και εμμέσως, και εξ αντανακλάσεως ακόμα, σιχαίνεται τους Έλληνες.
Και η αποστροφή του προς την Ελλάδα, συνε­χίζεται αμείωτη. Επικαλείται πάλι την Κρητική του καταγωγή, δόξαν Φαλμεράϋερ ζηλώσας.
«Εμείς είμαστε Κρητικοί, κάτι διαφορετικό απ’ τους Ευρωπαίους και τους Έλληνες — Αφρικανοί, ψυχές όλο φλόγα, όλο Greco...» (γράμ. 142).
Συνιστά κατόπιν τούτου στον Πρεβελλάκη απ’ το Κόττεσγκαμπ την 23/3/1932 «να κάνουν τα πάντα να μη γυρίσουν στην Ελλάδα, γιατί η επιστροφή τους αυτή σίγουρα θα είναι ένα μεγάλο βήμα προς τα πίσω». Και με το 151ο γράμμα του τον βεβαιώνει ότι «θα κάμει ό,τι μπορεί να κρατηθούν μακρυά απ’ την Ελλάδα».
Και το μίσος του διαρκώς και ξεχύνεται ασυγκράτητο. Απ’ την Αίγινα αυτή τη φορά στις 8/3/ 1934: «Ο Φιλήντας πέθανε. Η Ελλάδα μίκρανε. Τώρα που την σολλογούμαι με κυριεύει η οργή και η αηδία για τους Ρωμιούς. Ποτέ δεν τους μίσησα και δεν τους σιχάθηκα τόσο» (Γράμ. 204).
Δεν θα κορεσθή όμως το μίσος και η αηδία του για την Ελλάδα και τους Έλληνες ούτε και στα γεράματά του, και στις 22/10/1951 θα ανανεώση τα αισθήματά του αυτά με γράμμα του απ’ τη VILLA MANOLITA. «Ολοένα η λαχτάρα να μη γυρίσω στην Ελλάδα μεγαλώνει, ολοένα όταν συλλογίζουμαι τους γραμματιζούμενους Έλληνες ανατριχιάζω, διαβάζω τα περιοδικά τους, κάποτε τα γράμματά τους, η αηδία πληθαίνει· τίποτε απ’ ό,τι τους ενδιαφέρει δεν μ’ ενδιαφέρει, κανένα απ’ τα προβλήματά τους τα πνευματικά δεν μ’ απασχολεί» (Γράμ. 372).
Φαίνεται ότι ο έρωτας και το μίσος εκφράζονται με το ίδιο πάθος και χρησιμοποιούν τις ίδιες λέξεις· μόνο ένα δυνατό συναίσθημα χρειάζεται λέξεις επι­γραμματικές για να εκφραστή με πληρότητα, και η «λαχτάρα» είναι η μοναδική λέξη που μπορούσε να περιλάβη όλο το φάσμα των αισθημάτων του.
Και τέλος απ’ την Αντίπολη στις 3/5/1954, τρία χρόνια δηλαδή πριν απ’ το θάνατό του, τότε που είχε ξεσηκωθή ο χριστιανικός κόσμος με το τερα­τούργημά του που τελευταία ο Σκορτσέζε το παρου­σίασε και στην Αθήνα, θα επισφραγίση τα αισθήμα­τά του για την Ελλάδα: «Τι ξεπεσμένη κι η πνευμα­τική κι η ηθική Ελλάδα για να με θεωρούν ανήθικο και προδότη. Γρήγορα περιμένω κι η ορθόδοξη Εκ­κλησία να με αφορίσει» (είχε αφορισθή τότε απ’ τη Δυτική Εκκλησία).
Ασφαλώς ο πολύς κόσμος, που εν αγνοία του τιμά και θαυμάζει τον ταλαντούχο Καζαντζάκη, δε γνωρίζει τι αισθήματα έτρεφε για την Ελλάδα. Μια μικρή μερίδα διανοουμένων μόνο εγνώριζε και γνω­ρίζει, κι’ απ’ αυτούς ελάχιστοι είναι εκείνοι που δημοσία εκαυτηρίασαν τον ανθελληνισμό του. Άλλοι πάλι δυσαρεστηθήκανε που ήρθανε στο φως τα γράμ­ματά του αυτά και διερωτηθήκανε, γιατί τάχα να τα εδημοσίευσε ο Πρεβελλάκης, και «είναι πάμπολοι αυτοί που κρίνουν επιζήμια την έκδοσή τους» (Αλεξ. 387), γιατί σίγουρα έτσι αμαυρώνεται η φήμη του και ξεπέφτει στη συνείδηση του πολλού κοινού.
Τελειώνοντας το κεφάλαιο τούτο θα ήθελα να εκφράσω μια δικαιολογημένη απορία.
Όπως είναι γνωστό το 1912 οι Κρήτες Βουλευ­τές, φλεγόμενοι από πατριωτικό ενθουσιασμό, επι­χειρήσανε πραξικοπηματικά να μπουν στη Βουλή των Ελλήνων για να παρεδρεύσουν με τους Έλλη­νες Βουλευτές, εκβιάζοντας μ’ αυτό τον τρόπο την πολυπόθητη Ένωση.
Εμποδίστηκαν όμως βίαια απ’ το Βενιζέλο, που διαισθανότανε τον άμεσο κίνδυνο που διέτρεχε η χώρα να εμπλακή πρώιμα σε πόλεμο με την Τουρκία. αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να ψυχρανθή με πολλούς πολιτικούς του φίλους και να ξεσηκωθή ο τύπος ε­ναντίον του.
Αν λοιπόν αυτό το επεισόδιο — που κυριολεκτι­κά έσωσε τότε την Ελλάδα από ένα τρομακτικό κίν­δυνο — εξώργισε τους Κρητικούς σε σημείο που να μισήσουν το συμπατριώτη τους, πως θα αισθανότανε σήμερα, αν κάποιος τους έλεγε:
«Δεν είστε Έλληνες, αλλά κατ’ ευθείαν απόγο­νοι Αφρικανών και Σαρακηνών πειρατών»;
Ασφαλώς ο Κρητικός λαός, που γέμισε τις σε­λίδες της ιστορίας με κατορθώματα αφθάστου ηρωισμού και μεγαλείου - στο πάνθεο των οποίων θα σελαγίζη σα φωτεινό μετέωρο το ολοκαύτωμα του Αρκαδίου για να καταυγάζη την Οικουμένη —, αν εγνώριζε με τι περιφρόνηση εκφραζότανε ο συμπα­τριώτης των για την Ελληνική ράτσα, σίγουρα θα τον είχαν αποκηρύξει.
Οι διανοούμενοι όμως Κρητικοί, όσοι τουλάχι­στον εγνώριζαν το περιεχόμενο του 142 γράμματός του στον Πρεβελλάκη: «... όλοι Οβραίοι, εγώ μόνο Έλληνας, όχι Έλληνας Κρητικός», πως μείνανε απαθείς και αδιαμαρτύρητα δεχτήκανε το διαχωρισμό τους αυτόν, αντί να στιγματίσουν την κυνική του διακήρυξη για την αυτοτέλεια της Κρητικής ράτσας;
Και αν τη φράση αυτή θελήσουν να την εμφα­νίσουν σαν απλό σχήμα λόγου για να τονιστή η Κρητική του καταγωγή, τότε η φράση του σύμφωνα με την οποία η Ελληνική ράτσα έπαιξε τον επαί­σχυντο ρόλο του... προαγωγού της Κρητικής πως αλλιώς μπορεί να ερμηνευτή αν όχι, όπως ακριβώς διατυπώνεται!;
«Φρικώδεις βέβαια είναι και οι Κρητικοί, μα γιατί παρασύρθηκαν απ’ την Ελλαδική αθλιότητα» (Βρετ. 82).
Αλλά πάλι θα ρωτούσε κανείς για τι είδους Ελλαδική αθλιότητα μιλάει, αφού «Ελλάδα είναι μερι­κοί ελάχιστοι άνθρωποι, η αξία των οποίων και προσδιορίζει τη δική της αξία! Εκτός και αν η αθλιότητα αυτή αναφέρεται στο πλήθος, που χρησι­μεύει μόνο όπως χρησιμεύουν τα μηδενικά στις μο­νάδες» (Ζωγρ. 194).
Φαίνεται όμως ότι στους Πάπες της λογοτεχνίας αναγνωρίζεται το δικαίωμα όχι μόνο της... ποιητικής άδειας να λένε και να γράφουν ό,τι τους καπνίση αλλά και η... ασυλία για ό,τι αισθάνονται και γρά­φουν.
 
 
ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ: ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΝ ΕΓΚΟΛΠΙΟΝ
ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ: ΤΟ «ΠΙΣΤΕΥΩ» ΤΟΥ Ν. ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ (σελ. 235-243)
Copyright Αδελφότης «Ο Σταυρός», Ζωοδ. Πηγής 44, 10681 Αθήνα»
Πηγή φωτογραφίας: http://fhw.gr/exhibitions/kazantzakis/gr/index.html


Read more: http://www.egolpion.com/kazantzakis_ellines.el.aspx#ixzz2sEyxNMgz

Ο ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΣ

Ο ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΣ



 Ο ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ  ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΣ
 (ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚ ΤΩΝ ΣΥΓΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΤΟΥ
Ο καπετάν Μιχάλης» & «Ο τελευταίος πειρασμός»)
 ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ Ν. ΚΑΝΤΙΩΤΟΥ
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΦΛΩΡΙΝΗΣ


Ο ΠΡΟΔΟΤΗΣ ΣΤΕΦΑΝΩΝΕΤΑΙ 
«Ει τις ου φιλεί τον Κύριον Ιησούν Χριστόν, ήτω ανάθεμα. μαράν αθά» (Α ' Κο 16,22)
 
«Ο Εβραίος μου λέγει πως ο Χριστός μου είνε μπάσταρδος και η Παναγία μου πόρνη, το άγιον Ευαγγέλιον λέγει πως το έγραψεν ο διάβολος. Τώρα έχω μάτια να βλέπω τον Εβραίον;  Ένας άνθρωπος να με υβρίση, να φονεύση τον πατέρα μου, την μητέρα μου, τον αδελφόν και ύστερα το μάτι να μου βγάλη, έχω χρέος ωσάν χριστιανός να τον συγχωρήσω. Το δε να υβρίζη τον Χριστόν μου και την Παναγίαν μου, δεν θέλω να τον βλέπω»
(Κοσμάς ο Αιτωλός • Δ' Διδαχή του ιερομάρτυρος)
 
 
    Ο νέος Ιούδας στεφανώνεται
    Εις την Αποκάλυψιν του ευαγγελιστού Ιωάννου υπάρχει προφη­τεία, κατά την οποίαν το εν τω κόσμω ηθικόν κα­κόν, η πλάνη και η αμαρτία, η υπό μορφήν πολυκεφάλου τέρατος εμφανιζόμενη, θα εξαπλώση τους πλοκάμους λίαν επικινδύνως, θα λάβη διαστάσεις τοιαύτας, ώστε θα έλθη εποχή, κατά την οποίαν το κακόν όχι μόνον θα λέγεται και θα πράττεται αναισχυντίας, αλλά και το χείριστον εξ όλων, ο λέγων την χυδαιοτέραν ύβριν και ο πράττων το φρικιαστικώτερον έγκλημα θα επαινήται, θα χειροκροτήται και θα στεφανώνεται δημοσία. Έκαστη κεφαλή του τέρατος θα φέρη διάδημα χρυσούν. Η κακία, δηλαδή, εστεμμένη, ο διάβολος θριαμβεύων (Ιδέ Απ 12,3).
Αδελφοί και πατέρες! Η εποχή αυτή έφθασε. Πλείστα γεγονότα των τελευταίων δεκαετηρίδων του παρόντος αιώνος του απατεώνος μαρτυρούν τούτο. Συχνά παριστάμεθα ακροαταί και θεαταί ανθρώπων, οι οποίοι σπεύδουν να συγχαρούν, να χειροκροτήσουν και να βραβεύσουν άθλια έργα άπιστων, που υποσκάπτουν το ηθικόν και θρησκευτικόν οικοδόμημα. Το σκότος καλείται φως και το φως σκότος. Ιδού και κεφαλή τις ασεβείας, έχουσα εν ασφαλεία την φωλεάν της εις την κυανήν ακτήν της Γαλλίας, εξακοντίζει εκείθεν τον φαρμακερόν σίελον και δηλητηριάζει ψυχάς και άφρονες υιοί και θυγατέρες της Ελλάδος αντί να λαμβάνουν μέτρα προφυλάξεως, επιθέτουν επί της κεφαλής αυτής στεφάνους. Και η κεφαλή υψώνεται περισσότερον και μεγαλαυχεί.
Αλλά τις η στεφανουμένη αύτη κεφαλή; Είνε ο εκ Κρήτης λογοτέχνης Ν. Καζαντζάκης. Αυτός ως άλλος Ιούδας προδίδει την Ορθόδοξον πίστιν. Την προδίδει και την καθυβρίζει δια των ασεβών δημοσιευμάτων του.
Το βιβλίον του Καζαντζάκη «Ο καπετάν Μιχάλης»
    Εκ των δημοσιευμάτων του Ν. Καζαντζάκη λαμβάνομεν εδώ σήμερον εν και μόνον, το βιβλίον το υπό το τίτλον «Ο καπετάν Μιχάλης». Εξεδόθη εν Ελλάδι, ετυπώθη εις το τυπογραφείον του Αρ. Μαυρίδη τον Οκτώβριον του 1953, αποτελείται από 483 πυκνοτυπωμένας σελίδας και εκυκλοφόρησεν ευρέως εν Ελλάδι. Εις το βιβλίον αυτό ο συγγραφεύς ως μυθιστορηματογράφος πλάθει φανταστικά πρόσωπα και δι’ αυτών με τέχνην εκχύνει το δηλητήριον, που κρύπτει κάτω από τους οδόντας του ο φαρμακερός αυτός της απιστίας όφις. Ελίσσεται και επιτίθεται αγρίως κατά του Χριστιανι­σμού. Ουδέν δόγμα εξ όσων περιέχει το Σύμβολον της αμωμήτου ημών πίστεως αφήνει άθικτον. Το εχθρικόν κατά της Ορθοδόξου πίστεως πνεύμα του φαίνεται ποικιλοτρόπως εκδηλούμενον. Προκειμένου μεν περί θεμάτων, που ο συγγραφεύς αγαπά και εκτιμά υπέρ την αξίαν, που έχουν δια την ζωήν, η γραφίς του εκλέγει τας καλυτέρας των λέξεων, συσσωρεύει πλούτον επαινετικών επιθέτων, δια να τα δοξάση και να τα λαμπρύνη, αλλά προκειμένου περί του υψίστου θέματος, περί της θρησκείας, η γραφίς του αμέσως βυθίζεται εις δηλητήριον, εις πύον, εις βόρβορον και εκλέγει τας χυδαιοτέρας των λέξεων, δια να καθυβρίση και ατιμάση την θρησκείαν των πατέρων του, την θρησκείαν, εις την οποίαν και αυτός εβαπτίσθη.
Εντός αρωμάτων η Κρήτη ως φυσικός κόσμος, αλλ’ εντός βορβόρου η θεότης. Εκ του εσωτερικού του θησαυρού, εκ της διεφθαρμένης καρδίας του και της απίστου διανοίας του, εκ του υποσυνειδήτου, εκ του βυθού της υπάρξεώς του, ως εξ άλλων καταπακτών του άδου, εκπηδούν οι «ήρωές» του, τέρατα που πλάθει η νοσηρά φαντασία του και δι’ αυτών εξωτερικεύεται μεν ο εσωτερικός του κόσμος, αλλ’ αυτός κρύπτεται ως υποβολεύς θεάτρου, που ομιλεί, αλλ’ οι λόγοι του φέρονται δια του στόματος των επί σκηνής δρώντων ηθοποιών.
Εάν τις δι’ όσα μετ’ αναισχυντίας κατά της πίστεως λέγονται ήθελε διαμαρτυρηθή, ο Καζαντζάκης θα έχη πρόχειρον την απάντησιν «Λάθος κάμνετε. Δεν τα λέγω εγώ. Τα λέγουν οι ήρωές μου, τα τέρατά μου (καπετάν Μιχάλης, το Θρασάκι, ο Πολυξίγκης, ο Νουρήμπεης, η Εμινέ, ο Σήφακας...). Όπως ακριβώς συνέβη προ ετών, ότε άλλος τις συγγραφεύς, ομοίου προς τον Καζαντζάκην φυράματος, εκδώσας βιβλίον, χλευάζον τας βάσεις της χριστιανικής ηθικής, και ελεγχθείς απήντησεν ότι δεν τα λέγει αυτός, αλλά... το τέρας, όπερ εννοείται, είχε πλάσει ο ίδιος και το παρουσίαζε σκεπτόμενον, συναισθανόμενον και ενεργούν, ως ο Νίτσε έπλασε τον Ζαρατούστραν του και δι’ αυτού εξωτερικεύεται λέγων «Τάδε λέγει Ζαρατούστρας»... Αυτή είνε η νοοτροπία των απίστων και ανάνδρων συγγραφέων. Δια στόματος τεράτων ομιλούν και διαχέουν τα δηλητήρια και καυχώνται δια την τέχνην των. Αλλά, ω υποκριταί! Διατί κρύπτεσθε όπισθεν προσωπείων; Σας ερωτώμεν: Αυτά που λέγουν τα τέρατά σας τα παραδέχεσθε ή τα αποδοκιμάζετε; Απαντήσατέ μας με εν καθαρόν ναι ή όχι.
   Αλλά δεν είνε ανάγκη να μας απαντήσητε. Διότι η δομή του έργου, η πλοκή, το πνεύμα που διαχέεται εις όλας τας σελίδας δίδουν την απάντησιν. Ουδεμίαν στενοχώριαν δι’ όσα ασεβή λέγουν τα τέρατά σας διακρίνεται. Οι αείμνηστοι ευσεβείς λογοτέχναι Παπαδιαμάντης και Μωραϊτίδης αναφέροντες δηλώσεις απίστων και βλασφήμων, πενθούν και αναστενάζουν, ενώ εσείς; Νομίζει τις ότι ακούει τα χειροκροτήματά σας. Ουδεμία λύπη, ουδεμία σοβαρά απόπειρα, ίνα ανασκευασθούν αι ύβρεις. Τα τέρατά σας, ως λέοντες, βρυχώμενα και εξεμούντα κρουνούς ύβρεων κατά των ιερών και των θείων φαίνονται κυρίαρχα εις το πεδίον της λογοτεχνικής ταύτης μάχης. Ουδαμού παρουσιάζετε τα αντί-τέρατα, που να ενσαρκώνουν τας ουρανίας δυνάμεις και να πολεμούν τα τέρατα της ασεβείας και να τα νικούν κατά κράτος και ούτω να επέρχεται η κάθαρσις, ως εις τας αρχαίας τραγωδίας. Υποκριταί, που κρύπτεσθε μέσα εις τα λογοτεχνικά σας παιγνίδια! Δια μέσου ανθέων συρίζοντες όφεις. «Γεννήματα εχιδνών», πως θα εκφύγητε την οργήν του Κυρίου;
Αι ιδέαι του βιβλίου του
   Και επειδή δεν θέλομεν να νομισθώμεν ότι αδικούμεν τον συγγραφέα κρίνοντες αορίστως, θα παραθέσωμεν εκ του βιβλίου συγκεκριμένα στοιχεία, δια να ιδούν και να πεισθούν οι αναγνώσταί μας εις ποια βάθη περιφρονήσεως, εξυβρίσεως, διακωμωδήσεως, μυκτηρισμού, διασυρμού και ασεβείας κατέπεσε και κυλιέται ο δυστυχής και ότι προς τα βάθη αυτά ζητεί να παρασύρη και τους άλλους με την φήμην του μεγάλου συγγραφέως. Πολλοί ευσεβείς θα φρικιάσουν και θα μας είπουν ότι δεν θα έπρεπε να μεταφερθούν εις τας στήλας της «Σπίθας» τοιαύται ύβρεις, αλλά δυστυχώς το  επιβάλλει πλέον η ανάγκη. Η ανάγκη να διαφωτισθή ο ευσεβής λαός περί του μεγέθους της ασεβείας και να χαρακτηρίση δεόντως την χειρονομίαν όλων εκείνων, οι οποίοι εν γνώσει των κακοηθεστάτων ύβρεων, που περιέχουν τα δημοσιεύματα του Καζαντζάκη, έσπευσαν να τον συγχα­ρούν.
Ας αρχίσωμεν με λύπην μεγάλην δια τον συγγραφέα και με ακόμη μεγαλυτέραν δι’ εκείνους, οι οποίοι τον συνεχάρησαν.
Περί του εν Τριάδι Θεού, τον οποίον πιστεύει όλος ο χριστιανικός κόσμος, εν τω υπό κρίσιν βιβλίω «Ο καπετάν Μιχάλης» δια του στόματος μιας Τουρκάλας πορνευομένης μετά χριστιανού λέγει· «Ώχου, κι’ εδώ θαρώ θα τα κάμω μούσκεμα! Ένας είναι και τρεις· πατέρας, γυιός και άγιο πνέμα. Ο Πατέρας είναι γέρος κοτσονάτος με άσπρα γένια κι έχει στα πόδια του κι ακουμπάει ένα σκαμνί από σύννεφα· ο Γυιός είναι ροδοκόκκινος, όμορφος ντεληκανής, με ξανθά μουστάκια σαν τα δικά σου και χωρίστρα μα δε φοράει φέσι• κρατάει στα χέρια του ένα τόπι» (Ιδέ σελ. 228).
Περί του Χριστού δια μεν του στόματος της ιδίας Τουρκάλας εκφράζεται ούτω· «Ο γυιός του Θεού· είπαμε, όμορφος ντεληκανής. Κατέβηκε στη γης και σταβρόθηκε για να σώσει, λέει, τους ανθρώπους. Τι έκαμαν; Τι του έκαμαν; Κάθου γύρεβε! Ένα είναι σίγουρο πως σταβρόθηκε, ας είναι καλά, και την τρίτη ημέρα αναστήθηκε και σκαρφάλοσε πάλι στον ουρανό... Καλά τα λέω;». Δια δε στόματος του κατηχητού της καπετάν Πολυξίγκη, θαυμάζοντος την αρίστην(!) αυτήν απάντησιν της υποψηφίας χριστιανής, ετοιμαζομένης δια το βάπτισμα, λέγει· «Καλά, λέει! Εσύ κάνεις για Μητροπολίτης, Εμινέ μου, να σε χαρώ. Ξύσε με λίγο στην γάμπα, ν’άχεις την εφκή μου... Το λοιπόν αναστήθηκε, ε; Μά τόπαμε, πούχες το νου σου; Αναστήθηκε μαθές και σκαρφάλοσε στον ουρανό, έτσι χωρίς σκοινί, χωρίς σκάλα, σαν μπεχλιβάνης, στον αέρα...» (Ιδέ σελ. 224). Δια δε της γλώσσης ενός Τούρκου Νουρή εκστομίζεται η χυδαιοτάτη βλασφημία κατά του Κυρίου• «Φτου στον Χριστό σου τον μπάσταρδο...» (Ιδέ σελ. 198).
Περί της Εκκλησίας, την οποίαν ίδρυσεν ο Θεάνθρω­πος, ιδού πως ομιλεί όχι αυτός... αλλά το τέρας του, το Θρασάκι του, υιός και εγγονός οπλαρχηγών της Κρήτης, πλάσμα που δεν ημπορούσε ποτέ να πλάση η ευσέβεια των Κρητών, αλλά μόνον η απιστία και η αθεΐα του αιώνος μας... η αντίχριστος μανία των άθεων κομμουνιστών, οι οποίοι και εν τοις πράγμασι κατά τα πρώτα έτη της επικρατήσεώς των εν Ρωσία εφήρμοσαν το σχέδιον του Θρασάκι. Ποιον δε το σχέδιον; Δια της βίας ν’ απομακρύνουν την Κυριακήν εκ της Εκκλησίας όσους δεν κατώρθωσαν δια της διαβολής του αρχαίου δράκοντος να πείσουν ότι η θρησκεία είνε ένα παραμύθι και η Εκκλησία μία εκμετάλλευσις. Απέναντι της Εκκλησίας το Θρασάκι είχε τον σταύλον του και εκεί μέσα ωργίαζε αυτός και οι φίλοι του διακωμωδούντες την θείαν Λειτουργίαν. Ας παραθέσωμεν την περικοπήν αυτήν ως χαρακτηριστικήν του πνεύματος, με το οποίον είνε γραμμένον το βιβλίον· «Αλήθεια κάθε Κυριακή το Θρασάκι με τους φίλους του έκαναν αντίπραξη στην επίσημη εκκλησιά και λειτουργούσαν μέσα στο στάβλο του Κρασογιώργη. Πήγαιναν πρωί πρωί κι’ έπιαναν τα περάσματα κι’ έστεκαν καραούλι στην πόρτα του άη Μηνά και στις γύρα γωνιές κι όταν έβλεπαν έναν τους συμμαθητή να προβαίνει με τα κυριακάτικά του, με το καθαρό μαντηλάκι στο χέρι, με το μεταλίκι μέσα στο μαντηλάκι, για να πάρει από τον πάγκο το κερί, έπεφταν επάνω του και πότε με το καλό, πότε με το ζόρι, κάπου κάπου και με ξύλο, τον άρπαχναν και τον πήγαιναν στο στάβλο «έχουμε δικιά μας εκκλησιά, τούλεγαν, δεν ντρέπεσαι να πηγαίνεις στην ξένη;» (Ιδέ σελ. 261).
Αυτά γράφει ο Καζαντζάκης. Και ερωτώ ολόκληρον την μεγαλόνησον που εγέννησε ήρωας και μάρτυρας της Ορθοδόξου πίστεως. συνέβη ποτέ υιός Κρητός, πιστόν τέκνον της Εκκλησίας, να στέκεται απ’ έξω από τον ι. ναόν της ενορίας του και να εμποδίζη την προσέλευσιν των νέων εις την Εκκλησίαν; Ουδέποτε τοιούτον φαινόμενον είδεν η Κρήτη η πιστεύουσα εις τον Χριστόν. Θα ίδη όμως εις το μέλλον πολλά «Θρασάκια» να απομακρύνουν βιαίως εκ των ναών της Κρήτης τους πιστούς και με το κνούτον να τους οδηγούν εις τους σταύλους των οργίων και να μεταβάλλουν εις κέντρα διασκεδάσεως τους ναούς, θα ίδη, λέγομεν, τοιαύτα θεάματα πολλά η Κρήτη, εάν επικρατήσουν αι θεωρίαι του Καζαντζάκη, όστις δια των ανωτέρω εκφράζει τον μύχιον πόθον του άθεου να ίδη τους ναούς ερήμους εκκλησιάσματος και τους σταύλους πλήρεις δίποδων κτηνών.
Σημειωτέον ότι το «Θρασάκι» του είνε υιός του κυριωτέρου ήρωος του μυθιστορήματος, του καπετάν Μιχάλη, όστις ακούων από το παραθυράκι του σπιτιού του «τις φωνές» των οργιαζόντων εν τω σταύλω «ξεχώριζε την στερνή φωνή του γυιού του· Θα σάς σπάσω στο ξύλο» (Το διατί θα τους σπάση στο ξύλο, το λέγει παραπάνω• «Την άλλην Κυριακή, όποιος από σάς δεν έρθει, θα τον σπάσω στο ξύλο, φώναζε το Θρασάκι»)· αφτό’ ταν πάντα το απολυτίκι κι η λειτουργιά (μέσα εις τον σταύλον) έπαιρνε τέλος και ο καπετάν Μιχάλης χαμογέλασε «Γειά σου, μωρέ Θρασάκι, έτσι σε θέλω, να δέρνεις, μουρμούρισε...» (Ιδέ σελ. 262).
Αυτά γράφει ο Καζαντζάκης. Και ερωτώ και πάλιν ολόκληρον την μεγαλόνησον από του ενός ακρωτηρίου μέχρι του άλλου· Υπάρχει πατέρας κρητικός, όστις πληροφορού­μενος ότι ο υιός του κατά τοιούτον βέβηλον τρόπον ενήργησε τας πρωινάς ώρας της Κυριακής, θα ευφρανθή και θα συγχαρή τον υιόν του; Δεν υπήρξεν, ούτε υπάρχει επί της Κρήτης τοιούτος πατέρας αντίχριστος. Υπάρχει μόνον σήμερον εν τη φαντασία του Καζαντζάκη, θα υπάρξουν δε πολλοί εις το μέλλον, εάν το βιβλίον του, που εκθειάζει το «Θρασάκι», κατά προτροπήν «σοβαράς» εθνικόφρονος εφημερίδος των Αθηνών εισαχθή ως αναγνωστικόν εις τας τά­ξεις του Δημοτικού σχολείου (Ιδέ το ύπ’ αριθμ. 155 φύλλον της «Σπίθας»).
Με το «Θρασάκι» του διακωμωδεί την Εκκλησίαν. Αλλά και τι δεν διακωμωδεί ο περίφημος αυτός συγγραφεύς; Διακωμωδεί το μάθημα της ιεράς κατηχήσεως, την οποίαν αναλαμβάνει να κάμη προς την νεαράν Τουρκάλαν Εμινέ εκλέξας ως ώραν κατάλληλον την ώραν των αισχρών περιπτύξεων του Πολυξίγκη μετά της πόρνης ταύτης (Ιδέ σελ. 223-224). Διακωμωδεί το πρόσωπον της Υπεραγίας Θεοτόκου, της οποίας την εικόνα ζωγραφίζει ως αυτός θέλει (Ιδέ σελ. 88). Διακωμωδεί τα πρόσωπα των αγίων, ως βλέπομεν εις τας σελ. 297, 321, εις τας οποίας ο χρι­στιανός του(;) με μίαν απερίγραπτον αυθάδειαν απευθυνόμενος προς τον εικονιζόμενον άγιον Νικόλαον λέγει. «Το ακούς, άη Νικόλα; Μη μου σκαρώσεις πάλι καμμιά βρωμοδουλειά σαν και την άλλη φορά;».
Τέλος ο Καζαντζάκης κρημνίζει και τα δύο τελευταία άρθρα του Συμβόλου της πίστεως· «Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών. Και ζωήν του μέλλοντος αιώνος. Αμήν». Διότι περί του ανθρώπου γράφων δεν παραδέχεται ότι έχει προορισμόν, ως τον διδάσκει η χριστιανική πίστις. Εν τη διανοήσει του ο άνθρωπος φέρεται ως πλοίον, που ευρίσκεται εν μέσω ζοφώδους πελάγους και δεν γνωρίζει που φέρεται. Εις ένα μακρόν διάλογον, που γίνεται γύρω από την κλίνην ενός γέροντος οπλαρχηγού βαδίζοντος προς τον θάνατον και διερωτώντος εαυτόν «τι έστιν άνθρωπος», φαίνεται όλη η απιστία του. Δια των τεράτων του, που ομιλούν όλα το εν κατόπιν του άλλου, ακούονται όλαι αι φωναί της απιστίας, κυ­ρίως δε η φωνή του Νίτσε κηρύττοντος τον υπεράνθρωπον. «Με ρώτησες, λέγει δια του στόματος ενός εξ αυτών, θα πω κι’ εγώ το λόγο μου, αρέσει σου, δε σου αρέσει. Από που ερχόμαστε; ρωτάς· από το χώμα, καπετάν Σήφακα! Που πάμε; ρωτάς· στο χώμα, καπετάν Σήφακα! Ποιο ’ναι το χρέος μας; Να σου το πω εγώ, με λίγα λόγια• Αν είσαι λύκος να τρως· αν είσαι αρνί, να σε τρώνε! Κι’ αν ρωτάς και για Θεό, αφτός είναι ο Μέγας Λύκος· αφτός δα τρώει αρνιά και λύκους συγκόκαλα». Εις τα λόγια αυτά του τέρατος κάποιο άλλο τέρας προσπαθεί να δώση απάντησιν, μειώνουσαν πως την βαρύτητα των εκφράσεων, λέγον, ότι ο Μέγας Λύκος είνε ο Χάρος, όχι ο Θεός, αλλά τούτο λέγεται επίτηδες, δια να δοθή αφορμή εις το πρώτον τέρας και να φωνάξη πλέον καθαρά την αθεΐαν του «Θεός και Χάρος είναι ένα, κουμπάρε!  Μα τι να σου κάνω; Το μιαλό σου κουκιά έφαε κουκιά μολογάει...» (Ιδέ σελ. 445).
   Καιρός, νομίζω να εγκαταλείψωμεν το βιβλίον. Εμμένοντες εις τας σελίδας τας πλήρεις βορβόρου και δηλητηριω­δών αερίων, υπάρχει φόβος να πάθωμεν ασφυξίαν, εάν δεν είμεθα ωπλισμένοι με αντιασφυξιογονικάς προσωπίδας.
Αλλά διατί δεν λέγεται τίποτε και περί του άλλου βιβλίου, όπερ εκυκλοφόρησεν εν γερμανική γλώσση «Ο τελευταίος πειρασμός»; Δεν υπάρχει πλέον άλλος χώρος. Δια τούτο ας αναβάλωμεν τον έλεγχον του βιβλίου τούτου δι’ επόμενον φύλλον. Τόσον δε μόνον εδώ λέγομεν ότι οι αναγνώσαντες αυτό έχουν φρικιάσει προ των γραφόμενων και λέγουν ότι ουδέποτε τοιούτος υβριστής του Θεανθρώπου ενεφανίσθη επί της γης, αφού τολμά ο άθλιος ν’ ανοίξη την καρδίαν του Ιησού μας και να ίδη ότι κατά τας ώρας της αγωνίας Του επί του Σταυρού τίποτε άλλο δεν επόθει παρά μόνον... τα κάλλη των πορνών!!! Κύριε! Συγχώρησόν μας. «Ιδέ επιστολήν Σεβ. Αρχιεπισκόπου Αμερικής κ. Μιχαήλ δημοσιευθείσαν εις το φύλλον της 22 Ιουνίου 1954 της «Εστίας»)…
 
 
ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ: ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΝ ΕΓΚΟΛΠΙΟΝ      
ΑΝΑΤΥΠΟΝ ΕΚ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ «ΣΦΕΝΔΟΝΗ τ. Α» Αθήνα 1988
(Βλ.«Χριστ. Σπίθα», αριθμ. φύλ. 169, Απρ. 1955)
Φωτογραφίες από εδώ

Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον       www.egolpion.com


Read more: http://www.egolpion.com/kazantzakis_kantiotis.el.aspx#ixzz2sEyX7XQQ

Υπήρξα αρχηγός των Γνωστικών

Υπήρξα αρχηγός των Γνωστικών



Υπήρξα αρχηγός των Γνωστικών
ΥΠΗΡΞΑ
ΑΡΧΗΓΟΣ ΤΩΝ ΓΝΩΣΤΙΚΩΝ


Γιώργου Καραϊσαρίδη

Αθήνα 2013
(Μέρος Α')
Στο δρόμο της αναζήτησης.
Το καλοκαίρι του 1981, ένα περίεργο έντυπο με αρχαία αιγυπτιακά σχέδια και ακατάληπτο ως επί το πλείστον κείμενο μου κίνησε την περιέργεια κι υπήρξε η αφορμή της εμπλοκής μου σε μια σειρά «Σεμιναρίων Γνωστικής Ψυχολογίας», στην αρχή, τα οποία κατέληξαν στην ένταξή μου σε μια Νεογνωστική, αποκρυφιστική, παραθρησκευτική οργάνωση.
Στα πλαίσια αυτού του νέου μου ενδιαφέροντος και κάτω από τη δήθεν διακριτική, πλην όμως, ασφυκτική πνευματική μεθόδευση του αλλοδαπού αρχηγού της Οργάνωσης, στην Ελλάδα, σταμάτησα την εργασία μου -διέλυσα ένα προσοδοφόρο, μικρό διαφημιστικό γραφείο και εγκατέλειψα την θέση του καθηγητή ιδιωτικής σχολής-, παντρεύτηκα, για τις ανάγκες της Οργάνωσης, μετακόμισα στην συμπρωτεύουσα, για να διαδώσω την νέα μου πίστη και σε άλλους και γενικά ανέλαβα την χρηματοδότηση της Κίνησης σε μεγάλο βαθμό -πάνω από 350.000 δρχ.-, την περίοδο 1981-1983.
Περί τα μέσα του 1983, μετά από δύο ετών διακριτικές προσπάθειες των δικών μου κι αφού και προσωπικά διαπίστωσα σοβαρές αντιφάσεις στις διδασκαλίες της Οργάνωσης και ανακολουθία στον τρόπο ζωής και πολιτείας των αρχηγών της στο εξωτερικό, εγκατέλειψα την Κίνηση.
Επί δύο χρόνια προσπάθησα να ξαναβρώ τον εαυτό μου μετά από αλλεπάλληλες μετακομίσεις σε άλλες πόλεις -Βόλο, Χαλκίδα- και μόλις το 1986 μπόρεσα να επανενταχθώ ολοκληρωτικά στο κοινωνικό σύνολο, να ξαναρχίσω την εργασία μου και να αποκτήσω μια ομαλή οικογενειακή ζωή.
Ένα εξάμηνο μετά την απεμπλοκή μου από την Οργάνωση ήλθα σε επαφή με την Ορθόδοξη Χριστιανική πίστη, που κάλυψε σταδιακά τις πνευματικές μου ανάγκες και αναζητήσεις.
Σήμερα, μετά 30 χρόνια Ορθόδοξης λειτουργικής ζωής είμαι σε θέση να κατανοήσω τις διαφορές μεταξύ Ορθοδοξίας και Νεογνωστικισμού και να δηλώσω με έμφαση ότι ενώ η πρώτη ταυτίζεται με το Ευαγγέλιο της Σωτηρίας, ο δεύτερος αντιπροσωπεύει το ευαγγέλιο του όφεως.
Πιστεύω ακόμη ότι δεν θα είχα ποτέ οδηγηθεί στην πλάνη των Νεογνωστικών αν είχαν υπάρξει κάποιες προϋποθέσεις πλατύτερης ενημέρωσής μου πάνω στην πίστη, αλλά περισσότερο στην λειτουργική ζωή της Εκκλησίας στην οποία είχα βαπτισθεί.
Στην οικογένειά μου, μια τυπική αστική οικογένεια του μεσοπολέμου, διδάχθηκα να αγαπώ τον Θεό και τον Χρίστο από μια Καθολική μητέρα, που ενώ πίστευε, δεν είχε και πολλές σχέσεις με την εκκλησία του δόγματος της.
Ο πατέρας μου με έπαιρνε, σαν παιδί, μερικές φορές στην Εκκλησία τις Κυριακές κι αυτές με το ζόρι.
Τα Χριστούγεννα ήταν για την οικογένεια μας η ήμερα του έλατου και των δώρων.
Στα 11 χρόνια μου, με δική μου πρωτοβουλία, ζήτησα να παρακολουθήσω κατηχητικό στην ενορία μου -κάποιοι από τους φίλους μου το παρακολουθούσαν- αλλά μετά από δύο, τρεις φορές, επενέβη «προοδευτικό» μέλος της οικογένειάς μου και το κατηχητικό σταμάτησε. Το ίδιο συγγενικό μου πρόσωπο είχε φροντίσει να με εγγράψει από νωρίς στα εκπαιδευτικά και ψυχαγωγικά προγράμματα της Χ.Α.Ν. κι αργότερα στο Σώμα Ελλήνων Προσκόπων, όπου παρέμεινα επί 12 χρόνια και είχα σημαντική «εξέλιξη».
Δύο από τους θείους μου υπήρξαν μέλη του Τεκτονισμού, σε υψηλούς μάλιστα βαθμούς. Έτσι, στα 18 μου χρόνια, πέρασα από την «Λευκή Τελετή Λυκιδέως», ένα Τυπικό για την είσοδο των παιδιών των Τεκτόνων στη «Μεγάλη Ανατολή της Ελλάδος».
Τότε πίστευα ότι η Μασονία είναι μια οργάνωση επαγγελματικής αλληλοβοήθειας μόνο κι ότι η παρουσία μου εκεί ήταν μια εξασφάλιση για την επαγγελματική μου σταδιοδρομία.
Οι επισκέψεις μου στη «στοά» ήταν στο σύνολο τρεις, εκείνη την εποχή. Από τότε, δεν είχα άλλη επαφή με τους μασόνους.
Ένα μεγάλο μέρος της θρησκευτικής μου ενημέρωσης το οφείλω αναμφισβήτητα στο σχολείο, στο μάθημα των θρησκευτικών, μία φορά την εβδομάδα.
Σήμερα σκέπτομαι ότι αν είχε λείψει έστω και η μία αυτή ώρα την εβδομάδα, εγώ δεν θα είχα την παραμικρή πλέον πρόσβαση στα της πίστης μου, τη στιγμή, που το οικογενειακό μου περιβάλλον δεν ήταν κατάλληλο για την διαμόρφωση μιας θρησκευτικής παιδείας στα πλαίσια της Ορθοδοξίας.
Ακόμη κατανοώ πλήρως την προσπάθεια, που καταβάλλεται από κάποιους αντίχριστους κύκλους για την κατάργηση του μαθήματος των θρησκευτικών στα σχολεία ή την αντικατάσταση του με «θρησκειολογία» ή παραθρησκευτικές κι άποκρυφιστικές διδασκαλίες, κάτι πολύ συχνό στις μέρες μας.
Στη διάρκεια της δωδεκάχρονης προσκοπικής «θητείας» μου, επαφή με την Εκκλησία είχα την Μεγάλη Εβδομάδα για την «τήρηση της τάξης» στις Ακολουθίες και κάποιες Κυριακές, πριν την κυριακάτικη συγκέντρωση της Ομάδας.
Τις Κυριακές αυτές, ο εκκλησιασμός γίνονταν ομαδικά, εν στολή και δεν διαρκούσε περισσότερο από μια ώρα. Φεύγαμε πολύ πριν το τέλος της λειτουργίας.
Ένα χαρακτηριστικό επεισόδιο της εποχής εκείνης έχει παραμείνει έντονα στη μνήμη μου και πιστεύω ότι διαμόρφωσε αρκετά την μετέπειτα στάση μου απέναντι στον κλήρο.
Ως αρχηγός Ομάδος Προσκόπων, συνόδευσα μια Κυριακή πρωί περί τους 15 προσκόπους στην εκκλησία και μετά το Ευαγγέλιο, μάζεψα την Ομάδα -για να μη «χάσουμε και το δικό μας πρόγραμμα»- και αποχωρήσαμε.
Δεν είχαμε απομακρυνθεί, όταν ο νεωκόρος μας πρόλαβε λέγοντας μου: «Σε θέλει ο Αρχιμανδρίτης».
Άφησα την Ομάδα κι έσπευσα στην Εκκλησία για να δεχθώ απρόοπτα από τον προϊστάμενο του Ναού, μέσα στο Ιερό, διαρκούσης της Λειτουργίας, μια τρομερή κατσάδα, «γιατί πήρα τα παιδιά του κόσμου από την Εκκλησία».
Στην πνευματική κατάσταση της εποχής εκείνης, μου ήταν αδύνατον να αντιληφθώ τον λόγο για τον οποίο ο αγαθός γέροντας μου είχε βάλει εκείνες τις φωνές...
Μου έκανε μόνον εντύπωση το γεγονός ότι ενώ έβγαινε κατά διαστήματα στην Ωραία Πύλη για τις ανάγκες της Λειτουργίας, μόλις τελείωνε, ξαναρχόταν κοντά μου και συνέχιζε να μου φωνάζει.
Η έλλειψη διάκρισης του γέροντα αφ' ενός και η κάπως θεατρική αυτή συμμετοχή στη Λειτουργία, υπήρξε για μένα καθοριστική αιτία, που χαρακτηρίζει την μετέπειτα στάση μου απέναντι στον κλήρο και στην Εκκλησία.
Ένα ακόμη παρόμοιο γεγονός, πολύ αργότερα, ολοκλήρωσε την εικόνα.
Στη διάρκεια του γάμου φιλικού μου προσώπου -στην εκκλησία πλέον πήγαινα μόνο με κοινωνικές ευκαιρίες γάμων-βαπτίσεων- ένας από τους ιερείς, δημόσια, επέκρινε την συνοδό μου, που φορούσε έξωμο φόρεμα.

Πώς μυήθηκα στην παραθρησκεία
Ταυτόχρονα με την έλλειψη ουσιαστικής ποιμαντικής φροντίδας στη ζωή μου, η παρουσία ενός πλήθους «θεωριών», ψευτοεπιστημονικού περιεχομένου, που προβάλλονται μαζικά από τον Τύπο και ιδιαίτερα από τα περιοδικά ποικίλης ύλης, ερχόταν να γεμίσει το κενό, που άφηνε η απουσία της πραγματικής πνευματικότητας.
Η παραφιλολογία και πρωτίστως η λεγομένη «επιστημονική φαντασία» είχε το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης, πιστεύω, στην διαμόρφωση του κατάλληλου κλίματος για να δεχθώ τους κάθε λογής υπαρξιακούς προσανατολισμούς.
Σε έναν κόσμο φανταστικό, «επιστημονικά εξελιγμένο», που πιστεύεται πως όλα είναι δυνατά για τα «εξελιγμένα» όντα, είτε από άλλους πλανήτες προέρχονται αυτά, όπως λέγεται, είτε από τη Γη μας, ο αποκρυφισμός φορά το «επιστημονικό» προσωπείο του και οι «πανάρχαιες διδασκαλίες» σερβίρονται ξαναζεσταμένες όπως το καλεί η εποχή.
Παράλληλα, ψευτοερευνητές τύπου Ντένικεν εκδίδουν βιβλία για περίεργα, ανερμήνευτα «φαινόμενα», ενώ ψευτοθιβετιανοί τύπου Ράμπα και ψευτοσαμάνες τύπου Καστανέντα γεμίζουν τα ράφια των βιβλιοπωλείων και τα κεφάλια των πνευματικά αστήρικτων.
Το σκηνικό αυτό είναι το πρώτο στάδιο για την εισα¬γωγή των αφελών στην παραθρησκεία, με τα εκατοντάδες της πρόσωπα και με τα προσωπεία της ψυχολογίας, φιλοσοφίας, εναλλακτικής ιατρικής, γυμναστικής κλπ.
Η επιστημονική παραφιλολογία υπήρξε για μένα ο πρώτος και βασικός μεγάλος μου έρωτας και τα περί τα U.F.O. άσκησαν μεγάλη γοητεία επάνω μου μέχρι και σε μεγάλη ηλικία.
Έτσι, όταν ξανασυνάντησα αυτά τα θέματα στα πλαίσια της νέας μου πνευματικής ενασχόλησης, μέσα στη Νεογνωστική Κίνηση, η χαρά μου συναγωνίζονταν την βεβαιότητα ότι αυτή ήταν η θρησκεία και η διδασκαλία, που μου ταίριαζαν καλύτερα, μιας και η διδασκαλία αυτή προσανατολίζει τον καθένα να ακόλουθη τον «προσωπικό του δρόμο» και ενθαρρύνει, δήθεν, την «ελεύθερη έρευνα» στα φυσικά και μεταφυσικά πράγματα, χωρίς δογματισμούς.
Το πάντρεμα, λοιπόν, του μεταφυσικού με το «επιστημονικό» πραγματοποιείται στις ορ¬γανώσεις αυτές κατά τον πλέον έξυπνο τρόπο -υπάρχει ακόμη και συγκεκριμένη πρακτική, με ειδικά μάντρα (ήχους ή φθόγγους) για την επίκληση εξωγήινων, που σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις της Οργάνωσης εμφανίζονται με τα διαστημόπλοια τους.
Ακόμη, η έλλειψη και στοιχειώδους προηγούμενης πνευματικής ζωής δημιουργεί το κατάλληλο κλίμα εντυπωσιασμού στον νεόφυτο της Οργάνωσης όταν, μετά τις πρώτες δοκιμές χαλάρωσης-συγκέντρωσης, βιώσει τυχόν κάποιες από τις λεγόμενες «αστρικές» ή και γενικά, «παραψυχολογικές εμπειρίες».
Οι εμπειρίες αυτές, όμοιες κατά κανόνα με τις ψυχεδελικές εμπειρίες, που έχουν οι χρήστες ψυχοφαρμάκων και άλλων αντίστοιχων ουσιών, εντυπωσιάζουν συνήθως τον νεόφυτο και τον πείθουν ότι βρίσκεται στον σωστό δρόμο κι ότι προοδεύει στα μεταφυσικά πράγματα ενώ πολλές από τις καταστάσεις αυτές για μεν την επιστήμη εντάσσονται στον χώρο της ψευδαίσθησης ή της παραίσθησης για δε την Εκκλησία ανάγονται σε δαιμονιώδεις καταστάσεις.
Στα πλαίσια αυτών των σχετικών πρακτικών, είχα κι εγώ τις αντίστοιχες «εμπειρίες» μου, που τότε με είχαν πείσει ότι η Οργάνωση ήταν ο μόνος αληθινός δρόμος.
Η ενθάρρυνση για προσφορά είναι ένα άλλο μέσον με το οποίο η Οργάνωση προσπαθεί να φέρει τους ανθρώπους κοντά της.
Σε έναν χριστιανικό χώρο όπως η Ελλάδα, είναι φυσικό κάθε διδασκαλία, που αναφέρεται στην προσφορά να εκλαμβάνεται σαν θετική διδασκαλία.
Έτσι, η Οργάνωση μας προέτρεπε να δίνουμε στον συνάνθρωπο αγάπη με τον «καλύτερο δυνατό τρόπο». Να του δίνουμε αυτή την ίδια τη διδασκαλία, που «τόσο μας είχε βοηθήσει να γνωρίσουμε τον εαυτό μας» κι έτσι «να γίνουμε καλύτεροι».
Η Οργάνωση, λοιπόν, ταύτιζε την «Αγάπη για την Ανθρωπότητα» με τον προσηλυτισμό και άλλων στις διδαχές της. Και, βέβαια, οι οικονομικές και άλλες υλικές παροχές ήταν πάντα το μέσον με το οποίο η Κίνηση θα γινόταν πιο δελεαστική και αξιόμαχη στο «χρηματιστήριο των ιδεών και των δογμάτων». Κι ακόμη, ο ελεύθερος χρόνος, στην αρχή κι όλος ο χρόνος αργότερα του πιστού γίνονταν προσφορά σ' αυτού του είδους την αντίληψη περί αγάπης προς τον συνάνθρωπο, από τον οποίο σε χώριζε, στην ουσία, η διδασκαλία περί Κάρμα και το δόγμα περί του Προσωπικού Δρόμου του καθενός μας.

Το νέο δόγμα
Η άγνοια βασικών δογμάτων της Εκκλησίας επέτρεψαν στην Οργάνωση να δελεάσει πολλούς από εμάς με την χριστολογία της.
Παρουσιάζοντας τον Κύριο μας Iησού Χριστό, αρχικά, σαν τον «μεγαλύτερο Αβατάρ (διδάσκαλο, πνευματικό οδηγό), που γνώρισε ποτέ ο κόσμος» -κάτι, που φυσικά, δεν θα επιχειρούσε, αν ασκούσε τον προσηλυτισμό της σε κάποια από τα κράτη του Ισλάμ- μας καθησύχασε αρχικά για να μας σερβίρει στη συνέχεια το δόγμα της περί «Χριστικής Κατάστασης» -δόγμα κοινό στον αποκρυφισμό, στην Θεοσοφία και σε κάποιες από τις ανατολικές θρησκείες- όπου οι πάντες μπορούν να γίνουν θεοί και αβατάρ.
Έτσι, έγινε σταδιακά αποδεκτός και στην δική μου συνείδηση ο αρχηγός και μεσσίας της Οργάνωσης σαν ο Χριστός αυτής της συγκεκριμένης εποχής, της Υδροχοϊκής Εποχής, ενώ ο Κύριος Ιησούς παραμερίστηκε στην προηγούμενη εποχή, των Ιχθύων.
Φαίνεται όμως, ότι ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός «βαστούσε γερά μέσα μου» γιατί, θυμάμαι, παραμονή Χριστουγέννων, στο Κέντρο μου, που ίδρυσα στη Θεσσαλονίκη, «οδήγησα μια Αλυσίδα» δικής μου εμπνεύσεως -οι «Αλυσίδες» είναι ειδικές πρακτικές, του «Εσωτερικού Κύκλου Μύησης», που περιλαμβάνουν ομαδικές επικλήσεις και άλλες άποκρυφιστικές διαδικασίες- και παρά το αυστηρά καθορισμένο Τυπικό των πρακτικών αυτών, εγώ αφιέρωσα την Αλυσίδα στον «Διδάσκαλο Ιησού Χριστό», που γεννιόταν την ώρα εκείνη.
Πιστεύω ότι στις δύσκολες εκείνες ήμερες της αποστασίας μου ο Θεός δεν με εγκατέλειψε ούτε στιγμή, παρά την υποτυπώδη θρησκευτική μου παιδεία.
Ένα άλλο σημείο, που εκμεταλλεύθηκε η Οργάνωση στην περίπτωση μου -και πιστεύω και σε άλλες περιπτώσεις γενικά- ήταν η επιθυμία μου να βελτιώσω τον εαυτό μου, να απαλλαγώ από τα ελαττώματα μου.
Στο σημείο αυτό η Οργάνωση κηρύττει ότι ο εγωισμός (η υπερηφάνεια) είναι από τα βασικότερα ελαττώματα και προτρέπει, δήθεν, προς την ταπείνωση για να διακηρύξει αμέσως μετά ότι ο απαλλασσόμενος από τα ελαττώματα γίνεται ο «Υπεράνθρωπος, που λαμβάνει ρομφαία πυρός και κάθεται σε θρόνο και κυβερνά».
Ακόμη, η Οργάνωση διδάσκει ότι η λαγνεία είναι ένα από τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα κι ότι ο άνθρωπος πρέπει να φθάσει στον τέλειο εξαγνισμό, αλλά σαν λύση προτείνει την «Σεξουαλική Αλχημεία», δηλαδή, μια σεξουαλική πρακτική που συνήθως οδηγεί στον σεξουαλικό υπερκορεσμό.
Πολύ σύντομα κατανόησα ότι δεν ήμασταν «ελεύθεροι αναζητητές της αλήθειας», αλλά οπαδοί μιας συγκεκριμένης πίστης, έτσι όπως την είχε διαμορφώσει ο αρχηγός της Κίνησης. Όμως την εποχή εκείνη, η Οργάνωση φαινόταν να είναι για μένα το παν, την στιγμή, που οι γέφυρες με τον παλιό κόσμο είχαν κοπεί και η Κίνηση προσφερόταν να καλύψει την κάθε ανάγκη μου.
Η Οργάνωση ήταν η οικογένεια μου, η φιλική μου συντροφιά, ο χώρος όπου δεχόμουνα την αναγνώριση μου, το πεδίο της πνευματικής μου αναζήτησης.
Η Οργάνωση φρόντιζε να με αποδεσμεύσει από κάθε άλλη, εκτός αυτής, εξάρτηση, διαβολοποιώντας τα πάντα και καλλιεργώντας ένα έντονο κλίμα δεισιδαιμονίας, όπου παντού καιροφυλακτούσαν αγαθά και κακοποιά πνεύματα, θεοί και δαίμονες απέναντι στους οποίους πρέπει να βρίσκεται κανείς συνεχώς σε επιφυλακή.
Έτσι ο «νεοφώτιστος» προγραμματίζεται αρχικά από την ίδια την διδασκαλία και ενθαρρύνεται στον αυτοπρογραμματισμό αργότερα με ειδικές πρακτικές, όπως η «Μετατροπή των Εντυπώσεων» κατά την οποία υποχρεούται να «επεξεργάζεται» στην αρχή διανοητικά και αργότερα «συνειδητά» (αυτόματα, χωρίς σκέψη), τις θετικές ή αρνητικές εντυπώσεις, που τον προκαλούν και να επιλέγει την εκάστοτε αντίδραση του.
Το βόλεμα, λοιπόν, στην Οργάνωση είναι ένα βασικό στοιχείο για την παραμονή του θύματος σ' αυτήν, ακόμη κι όταν υπάρχουν οι διάφορες αντιρρήσεις και αμφιβολίες.
Ένα άλλο από τα τεχνάσματα, που η Οργάνωση χρησιμοποιούσε ήταν η καλλιέργεια ενός κλίματος φόβου απέναντι στον υποτιθέμενο «διωγμό», που η κρατούσα θρησκεία θα εξαπέλυε εναντίον μας αν πληροφορούνταν την ύπαρξη της Οργάνωσης και την διδασκαλία μας. Αν και η μόνη πολεμική, που εγώ προσωπικά δέχθηκα στις διαλέξεις μου ήταν δύο ή τρεις αδύναμες αντιπαραθέσεις, υπό την μορφή ερωτήσεων, τις όποιες εξουδετέρωσα εύκολα, μιας και οι άνθρωποι, που τις επιχείρησαν στερούνταν στοιχείων επί της διδασκαλίας των «Γνωστικών». Μου έδωσαν τη δυνατότητα να μπερδέψω τα πράγματα τη στιγμή, που το ακροατήριο αγνοούσε τα βασικά δόγματα της Ορθοδοξίας.
Κάποτε, πάλι, ο ιερέας της ενορίας, όπου είχα το Κέντρο, στη Θεσσαλονίκη, με κάλεσε να συζητήσουμε, αλλ’ εγώ απέφυγα την πρόσκληση.

Η επιστροφή
Η πιο σοβαρή αντιπαράθεση απόψεων υπήρξε του π. Αντώνιου Αλεβιζόπουλου, όταν κάποτε, άγνωστος σε μένα τότε, μου τηλεφώνησε και επί μία ώρα προσπάθησε να με ευαισθητοποιήσει επάνω στις διαφορές μεταξύ της Ορθοδοξίας και των διδασκαλιών της Οργάνωσης.
Η προσπάθειά του αυτή, μου είχε δημιουργήσει, θυμούμαι, μεγάλη πίεση γιατί δεν κατανοούσα την ανάγκη μιας τέτοιας αντιπαράθεσης την στιγμή, που ήμουν τότε πεπεισμένος ότι «όλες οι θρησκείες οδηγούν τελικά στην αλήθεια» κι ότι «εμείς, οι Γνωστικοί δεν προσπαθούμε να πείσουμε κανένα. Έρχεται σε μας μόνος όποιος είναι έτοιμος γι' αυτό».
Βέβαια η διακριτική παρουσία του π. Αντώνιου και της «Πανελλήνιας Ένωσης Γονέων για την Προστασία της Οικογένειας και του Ατόμου» συνόδευσε την περαιτέρω πολιτεία μου με την μορφή βιβλίων και συμβουλών προς τους δικούς μου, μέ¬χρι να ωριμάσει μέσα μου ο Κύριος τη στιγμή της αποδέσμευσης μου από την πλάνη.
Το πιο βασικό στην φάση αυτή της ζωής μου ήταν το γεγονός ότι ποτέ δεν είχα υποψιασθεί, μέχρι την στιγμή εκείνη, ότι στην Ορθοδοξία υπάρχει μια ανεξάντλητη παρακαταθήκη πνευματικότητας, μυστηριακής ζωής, υγιούς μεταφυσικής εμπειρίας -που ο πιστός μπορεί να γευθεί αν ο Θεός το επιτρέψει κι αν είναι προς το συμφέρον του-, αληθινής ταπείνωσης και αγάπης ενώ στον αποκρυφισμό μόνο μιζέρια και εγωισμό και δαιμονιώδεις καταστάσεις μπορεί να αποκομίσει ο «αναζητητής».
Όλα τα ανωτέρω τα είχα ακούσει, από μικρό παιδί, να λέγονται πολλές φορές, ήταν όμως σα να τα ανακάλυπτα για πρώτη φορά μόνο όταν επιθύμησα να ζήσω λειτουργικά εν Ιησού Χριστώ, μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία.
Έτσι, σήμερα αν και αμαρτωλός, ανήκοντας όμως στο Σώμα του Χρίστου, την Εκκλησία, ελπίζω κι εύχομαι για τον εαυτό μου, τους δικούς μου, τον κόσμο ολόκληρο. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη συμφορά για τον άνθρωπο από την αίρεση. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη συμφορά από το να μη μπορείς να δεις την Πηγή του Φωτός και της Σωτηρίας. Να νομίζεις ότι βαδίζεις στο Φως, όταν βυθίζεσαι όλο και περισσότερο σε πυκνότερο σκοτάδι.
Αλλά, ας εξετάσουμε τα πράγματα πιο αναλυτικά κι από την αρχή....