Σάββατο 7 Μαρτίου 2015

Η οντολογία της θεοποιού Χάριτος κατά τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά

 
Η οντολογία τής θεοποιού Χάριτος κατά τον υπέρμαχο τού Ησυχασμού
Δημητρίου Ι. Τσελεγγίδη
 
Αναδημοσίευση από: http://agonasax.blogspot.gr/2012/03/blog-post_4542.html
 
Αποτελεί επεξεργασμένη μορφή μιας παραγράφου της μελέτης μας, Χάρη και ελευθερία κατά την Πατερική Παράδοση του ΙΔ’ αιώνα, Θεσσαλονίκη 1987, σ. 21-39.Η Χάρη του Θεού κατά την θεολογία και την πνευματική εμπειρία των Πατέρων της Ορθόδοξης Ανατολής αποτελεί θεολογικό όρο με σαφές δογματικό περιεχόμενο. Ο όρος «Χάρις Θεού» στο πλαίσιο της θεολογίας δηλώνει κατά τον ησυχαστή άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά μία συγκεκριμένη φυσική και ουσιώδη ενέργεια του Θεού, που όταν γίνεται μεθεκτή, θεώνει χαρισματικώς τους μετόχους της[1]. Είναι κατά συνέπεια προφανής η σωτηριολογικού χαρακτήρα σημασία της, γι’ αυτό και δεν πρέπει να ταυτίζεται με τις άλλες ενέργειες[2] του Τριαδικού Θεού.
O άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς θεμελιώνει βιβλικώς τον όρο «χάρις» προσδίδοντας ιδιαίτερη θεολογική σημασία σε διάφορες λεκτικές διαρυπώσεις τόσο της Παλαιάς όσο και της Καινής Διαθήκης, που υποδηλώνουν τον δογματικό χαρακτήρα της. Ειδικότερα, αναφερόμενος στο χωρίο της Παλαιάς Διαθήκης: «Κύριος υπερηφάνοις αντιτάσσεται, ταπεινοίς δε δίδωσι χάριν» [3], ταυτίζει την διδόμενη στους ταπεινούς χάρη με την θεία Χάρη, η οποία «διά φωτός επιφαίνεται» [4]. Παράλληλα, επαναλαμβάνει την χριστολογική ερμηνεία του ιερού Χρυσοστόμου[5] στο ψαλμικό χωρίο: «εξεχύθη χάρις εν χείλεσί σου» [6], για να διακηρύξει τον άκτιστο χαρακτήρα της θείας Χάριτος[7], ενώ προσεγγίζοντας ερμηνευτικά το χωρίο του προφήτη Ιερεμία: «εμέ εγκατέλιπον πηγήν ύδατος ζώντος» [8] παρατηρεί, ότι το «ζων ύδωρ» είναι η θεία Χάρη και ενέργεια του Αγίου Πνεύματος[9]. Αλλά, η θεία Χάρη ως δόξα και λαμπρότητα του Θεού είναι κατά τον Παλαμά το «φως», με το οποίο περιβάλλεται ο Θεός κατά τον Ψαλμωδό[10]. Το φως αυτό είναι το θείο και άυλο «πυρ», που φωτίζει τις ψυχές των ανθρώπων[11] και τους καθοδηγεί[12] προς τον Θεό. Άλλωστε, και ο «άρτος των αγγέλων», που κατά τον Ψαλμωδό έφαγε ο λαός του Θεού στην έρημο[13], είναι κατά τον Παλαμά αυτό το φως της θείας Χάριτος[14], με το οποίο τρέφονται πνευματικώς οι άγγελοι αλλά και οι πνευματικοί άνθρωποι.
Φανέρωση του φωτός αυτού της θείας Χάριτος έχουμε στη φλεγόμενη και μη κατακαιόμενη βάτο[15], στο πρόσωπο του Μωυσή, όταν κατέβηκε από το όρος Σινά κρατώντας τον «Δεκάλογο» των θείων εντολών[16], στην ανάληψη του προφήτη Ηλία στον ουρανό με το «άρμα πυρός»[17], αλλά και στον «ως υπό πυρός καιόμενον τα σπλάχνα» προφήτη Ιερεμία[18].
Τέλος, στο χωρίο του προφήτη Ιωήλ: «εκχεώ από του πνεύματός μου επί πάσαν σάρκα» [19] επισημαίνει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς την θεία Χάρη, που επαγγέλθηκε ο Χριστός στους μαθητές του και σε όλους τους πιστούς του[20], μέσω των μυστηρίων της Εκκλησίας του.
Αλλά, η Χάρη του Θεού, που προαναγγέλθηκε στην Παλαιά Διαθήκη και αποκαλύφθηκε μερικώς μέσα στην ιστορία της, παρέχεται πλούσια μέσα στη νέα πραγματικότητα, που εγκαινίασε η ενανθρώπηση του Θεού Λόγου και η έλευση του Παρακλήτου. Η Παλαιά Διαθήκη, η Καινή Διαθήκη και η μέλλουσα βασιλεία του Θεού, κατά τον υπέρμαχο του Ησυχασμού, δεν χωρίζονται στεγανώς, αλλά συνδέονται λειτουργικώς. Έτσι, η «εν φωτί δόξα του Θεού», που είδαν, αν και αμυδρότερα, οι προφήτες Μωυσής και Ηλίας αποτελούν σύμβολα[21] και τύπους της θεοφάνειας του Θαβώρ, ενώ η άκτιστη δόξα της μεταμορφώσεως του Χριστού αποτελεί προοίμιο και σύμβολο της ίδιας δόξας, που θα αποκαλυφθεί στη μέλλουσα βασιλεία[22].
Ο υπέρμαχος του Ησυχασμού διακρίνει σαφώς στα κείμενά του την αΐδια ύπαρξη του Αγίου Πνεύματος ως προσώπου από την εν χρόνω αποστολή του Αγίου Πνεύματος στον κόσμο ταυτίζοντας απερίφραστα την φανέρωση του Αγίου Πνεύματος με την Χάρη και την ενέργειά του. Έτσι, όταν ο Παλαμάς αναφέρεται στο «καταβαίνον πνεύμα» κατά την βάπτιση του Χριστού, [23] παρατηρεί, ότι αυτό δεν είναι η υπόσταση του Αγίου Πνεύματος, όπως εσφαλμένα νομίζει ο Ακίνδυνος, αλλά η όλη Χάρη και ενέργειά του[24]. Αλλά και η θαυματουργική δύναμη του Χριστού, η οποία κατά τον Ευαγγελιστή Λουκά «ιάτο πάντας» [25] και ο θαυμασμός του λαού «επί τοις λόγοις της χάριτος τοις εκπορευομένοις εκ του στόματος αυτού» [26], οφείλονταν στην ίδια θεία Χάρη, «δι’ ης εδίδασκε και δι’ ης εθαυματούργει ο Χριστός» [27]. Οι «λόγοι της Χάριτος», άλλωστε, που έβγαιναν από το στόμα του Χριστού, αποκλείουν όχι μόνο το αυθυπόστατο της θείας Χάριτος αλλά και την ταύτισή της με την υπόσταση του Αγίου Πνεύματος[28]. Αυτή την Χάρη την ονομάζει ο Χριστός «πνεύμα» λέγοντας ότι «τα ρήματα α εγώ λαλώ υμίν πνεύμά εστι και ζωή εστιν» [29]. Εύλογα, λοιπόν, ταυτίζει ο μεγάλος ησυχαστής ιεράρχης την θεία Χάρη με την χαρισματική παρουσία του Αγίου Πνεύματος, σημειώνοντας επιγραμματικά ότι η «κυρίως παρά του θείου πνεύματος εκχεομένη χάρις πνεύμα άγιον εστίν» [30].
Το θεολογικό περιεχόμενο της θείας Χάριτος συναντάται και στην Καινή Διαθήκη, όπως, άλλωστε, και στην Παλαιά Διαθήκη, με διάφορες ονομασίες. Έτσι, αναφερόμενος ο άγιος Γρηγόριος στο χωρίο Ιω. 4, 10-14 ταυτίζει το «ζων ύδωρ», για το οποίο κάνει λόγο ο Χριστός στην Σαμαρείτιδα, με την θεία Χάρη και ενέργεια του Αγίου Πνεύματος[31]. Αλλά και στο Θαβώρ οι τρεις μαθητές είδαν «αμυδράν αυγήν της θεότητος μεριζομένης αμερίστως της Χάριτος και λαμπρότητος και ενεργείας του πνεύματος» [32]. Την λαμπρότητα αυτή της θείας φύσεως, που είδαν οι μαθητές κατά τη μεταμόρφωση του Χριστού, την ταυτίζει ο Παλαμάς με την θεοποιό Χάρη και παρατηρεί, ότι κατ’ αυτήν θα λάμψουν οι δίκαιοι, όπως ο ήλιος[33], στη μέλλουσα βασιλεία του Θεού[34]. Η δόξα του Θεού ταυτίζεται οντολογικώς με τη θεοποιό Χάρη του Θεού. Έτσι, ο πρωτομάρτυρας Στέφανος, ο οποίος «πλήρης ων πνεύματος αγίου είδεν την δόξαν του Θεού» [35], είδε, κατά τον άγιο ησυχαστή μας, «την χάριν του πνεύματος» [36]. Αλλά και το φως του Χριστού, που φωτίζει το σκοτάδι[37] και καθιστά τους μαθητές του φως[38], είναι «η θεοποιός δωρεά του πνεύματος» [39]. Το φως αυτό της θείας Χάριτος ονομάζεται από τον Παλαμά θείο και άυλο «πυρ» [40]. Αυτό το άυλο «πυρ» ήταν εκείνο, που ενήργησε ως θεία Χάρη, όταν οι μαθητές του Χριστού δέχτηκαν τις «πύρινες γλώσσες» [41] την Πεντηκοστή, αλλά και εκείνο, που τύφλωσε τους αισθητούς οφθαλμούς του αποστόλου Παύλου και φώτισε τους οφθαλμούς της καρδιάς του, όταν πήγαινε απειλητικώς στην Δαμασκό[42]. Τούτο θέρμανε την καρδιά του Κλεόπα και του συνοδού του, όταν τους μιλούσε ο Χριστός μετά την ανάστασή του καθ’ οδόν προς Εμμαούς[43]. Το φως αυτό είναι άκτιστη και αΐδια ζωή, που, όταν βρίσκεται στον μέτοχό της, δεν χωρίζεται από τον Θεό[44].
Η θεία Χάρη υποδηλώνεται με πλήθος ονομάτων, που εκφράζουν ένα οντολογικό περιεχόμενο. Έτσι, η θεία Χάρη ονομάζεται και είναι το «άκτιστον φως» [45], η «θέωσις»[46], η «αγαθαρχία», η «αυτοαγαθότης», η «αυτοθεότης», η «αυτοθέωσις»[47]. Είναι, τέλος, η «δόξα», η «λαμπρότης» και η «βασιλεία» του Θεού[48]. Όλα όμως αυτά τα ονόματα, που προσδίδονται στη θεία Χάρη, δηλώνουν απλώς μερικές εκφάνσεις της χωρίς ποτέ να εξαντλούν και το περιεχόμενό της, το οποίο παραμένει ουσιαστικά ανώνυμο[49].
Κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, η θεία Χάρη δεν αποτελεί ουσία ούτε και υπάρχει «εν ιδία υποστάσει». Δεν είναι δηλαδή αυθυπόσταστη, αλλά ενυπόστατη. Και λέμε ότι είναι ενυπόστατη, επειδή θεωρείται στην υπόσταση άλλου[50]. Προέρχεται από την άκτιστη θεία ουσία και παραμένει αδιάσπαστα ενωμένη με αυτήν[51], ως φυσική ενέργειά της. Ενυπόστατη όμως παραμένει η θεία Χάρη και στα κτίσματα, που μετέχουν σ’ αυτήν, με την έννοια ότι και στα κτίσματα, δεν υπάρχει ως «συμβεβηκός», αλλά ενυπάρχει σ’ αυτά φυσικώς. Αυτό σημαίνει ότι η θεία Χάρη, ενώ δεν αποτελεί ποτέ φυσικό ιδίωμα των κτισμάτων, βρίσκεται σ’ αυτά όχι με μια εξωτερική σχέση αλλά με μια χαρισματικώς φυσική σχέση.
Εδώ παρατηρούμε, ότι ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς μεταφέρει με πολλή επιτυχία την έννοια του ενυπόστατου από τη Χριστολογία –όπου καθιερώθηκε από τον Λεόντιο τον Βυζάντιο[52] - στην θεολογία και ακόμη ειδικότερα στην θεολογία της θείας Χάριτος. Ο θεολόγος της Χάριτος ορίζει τελικώς την θεία Χάρη ως την ενέργεια εκείνη του Θεού, που κατέρχεται φιλάνθρωπα για την σωτηρία, όσων αξιώνονται την ενότητα με τον Χριστό[53].
Ποια είναι όμως η πηγή και η αιτία της θείας Χάριτος; Ποιος είναι ο χαρακτήρας της, και πώς αποκαλύπτεται στην κτίση και ειδικότερα στον άνθρωπο; Τα ερωτήματα αυτά αφορούν καίρια την θεολογία της Χάριτος, ενώ η απάντησή τους σχετίζεται οπωσδήποτε με την οντολογία της.
Πηγή της θείας Χάριτος είναι η αΐδια και άκτιστη θεία ουσία[54], δηλαδή όλος ο Τριαδικός Θεός. «Έστιν ουν», σημειώνει ο άγιος ιεράρχης, «και ο πατήρ και ο υιός και το πνεύμα το άγιον ομού πηγή του ζώντος ύδατος, τουτέστιν της θείας Χάριτος»[55]. Η θεία Χάρη ως φυσική και ουσιώδης ενέργεια του Θεού είναι μία και για τα τρία θεία πρόσωπα[56] και παρέχεται τριαδικώς· «παρά του πατρός δι’ υιού εν πνεύματι αγίω»[57]. Αν η θεία Χάρη δεν ήταν μία και κοινή για τα τρία θεία πρόσωπα, αν δηλαδή υπήρχε ετερότητα ενέργειας για την κάθε υπόσταση, αυτό θα σήμαινε και ετερότητα της φύσεως κάθε θείου προσώπου. Έτσι όμως θα διασαλευόταν καίρια η ενότητα του Τριαδικού Θεού.
Κατά την θεολογία και την πνευματική εμπειρία της Εκκλησίας, η Χάρη του Θεού είναι άκτιστη, επειδή αποτελεί ουσιώδη ενέργεια της άκτιστης θείας φύσεως. Τον άκτιστο χαρακτήρα της θείας Χάριτος τον κατοχυρώνει ο Παλαμάς και βιβλικώς παραπέμποντας στο χωρίο Β’ Τιμ. 1, 9: «κατ’ ιδίαν πρόθεσιν και χάριν την δοθείσαν ημίν εν Χριστώ Ιησού προ χρόνων αιωνίων». «Οράς», σημειώνει χαρακτηριστικά ο υπέρμαχος του Ησυχασμού, «ότι προαιωνίως ημίν η Χάρις ητοίμασται; Πώς ουν κτιστόν το προ αιώνων ητοιμασμένον;»[58]. Και, επειδή η θεία Χάρη είναι άκτιστη, γίνεται κατανοητό, πώς οι πιστοί «γεννώνται εκ Θεού» [59] και γιατί «πνεύμά εισιν ως εκ πνεύματος γεγεννημένοι»[60]. Με άλλα λόγια οι πιστοί καθίστανται πραγματικά πνευματικοί άνθρωποι ως φορείς του Αγίου Πνεύματος, εξαιτίας της χαρισματικής γεννήσεώς τους από την άκτιστη Χάρη ή διαφορετικά από το Πνεύμα του Θεού.
Ο Βαρλαάμ και ο Ακίνδυνος συντασσόμενοι με τους Λατίνους υποστηρίζουν, ότι η θεία Χάρη είναι κτιστή και ορατή με τις αισθήσεις[61]. Θεωρώντας όμως οι Αντιησυχαστές την θεία Χάρη κτιστή την χωρίζουν αναγκαστικά από τη θεία φύση[62]. Δεχόμενοι οι Αντιπαλαμίτες κτιστό τον χαρακτήρα της θείας Χάριτος εξομοιώνονται κατά τον Παλαμά με τον Άρειο και τον Ευνόμιο, επειδή αρνούνται ουσιαστικά τον άκτιστο χαρακτήρα της θεότητας, ενώ ταυτόχρονα βλασφημούν και κατά του Αγίου Πνεύματος, που ενοικεί χαρισματικώς στους αγίους[63]. Η θεολογική, συλλογιστική, σκέψη του υπέρμαχου της θεοποιού Χάριτος είναι πολύ σαφής. Αν η θεία Χάρη ως φυσική ενέργεια του Θεού είναι κτιστή, τότε θα πρέπει και η θεία ουσία να είναι κτιστή, αφού αποτελεί αξίωμα, ότι η κτιστή ενέργεια δηλώνει κτιστή φύση και η άκτιστη ενέργεια χαρακτηρίζει άκτιστη ουσία[64].
Κατά συνέπεια, όταν ο Βαρλαάμ –αλλά και η Δυτική σχολαστική θεολογία γενικότερα- υποστηρίζουν ότι η θεία Χάρη είναι κτιστή, ενώ παράλληλα ταυτίζουν το θείο φως και την θεία δόξα με την θεία φύση, αρνούνται ουσιαστικά τον άκτιστο χαρακτήρα της θείας φύσεως, και οδηγούνται κατά λογική συνέπεια στην ανυπαρξία του Θεού[65]. Όσοι δηλαδή αρνούνται τον άκτιστο χαρακτήρα της θείας Χάριτος, αρνούνται ουσιαστικά τον ίδιο τον Θεό, έστω και αν υποστηρίζουν ότι δέχονται την ουσία του[66].
Η θεολογική αντίληψη για κτιστή θεία Χάρη έρχεται σε οξεία αντίθεση με την πνευματική εμπειρία της Εκκλησίας, σύμφωνα με την οποία η θεία Χάρη αποτελεί «έλλαμψιν υπερφυά και απόρρητον και θείαν ενέργειαν», η οποία οράται «αοράτως» και νοείται «απερινοήτως»[67], εξαιτίας του άκτιστου χαρακτήρα της. Αν όμως η θεία Χάρη είναι κτίσμα, όπως υποστηρίζουν οι Αντιπαλαμίτες, τότε κατά τον Παλαμά δεν καταστρέφεται μόνον η θεολογία αλλά και η σωτηριολογία της Εκκλησίας, επειδή, έτσι, αναιρείται η άμεση κοινωνία και η χαρισματική ένωση των αγίων με τον Θεό[68]. Η Χάρη του Θεού, σύμφωνα με την θεολογία της Εκκλησίας, είναι άκτιστη «ως αληθώς», δηλαδή κυριολεκτικώς, και όχι άκτιστη «κατά χάριν»[69]. Η μετεχόμενη Χάρη του Θεού αποτελεί σύμφωνα με τον Τόμο 1351 άκτιστη σχέση με τον θεούμενο άνθρωπο[70]. Η άκτιστη αυτή σχέση ονομάζεται και «άσχετη» σχέση για να δηλώσει, ότι δεν είναι ίδιον της κτιστής ανθρώπινης φύσεως και δυνάμεως. Κατά συνέπεια, δεν αποτελεί φανέρωση φυσικής ενέργειας του ανθρώπου[71].
Πώς αποκαλύπτεται όμως η θεία Χάρη ως συγκεκριμένη άκτιστη ενέργεια του Τριαδικού Θεού; Καταρχήν, η Χάρη του Θεού, παραμένοντας πάντοτε αχώριστη από την θεία φύση, είναι πανταχού παρούσα, όπως άλλωστε και η θεία ουσία. Ερμηνεύοντας ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς την πανταχού παρουσία του Θεού, παρατηρεί, ότι η θεία ουσία παραμένει άγνωστη, απρόσιτη και αμέθεκτη για κάθε κτίσμα. Έτσι όμως, η θεία ουσία θεωρείται για όλα τα κτίσματα ως απούσα. Αντίθετα, η θεία Χάρη θεωρείται ως απούσα μόνον σ’ όσους στερούνται τις προϋποθέσεις για την θέα και την βίωσή της[72], ενώ φανερώνεται και μετέχεται απ’ όσους έχουν κατάλληλες, πνευματικές αισθήσεις[73]. Ο Θεός, λοιπόν, φανερώνεται μόνο κατά την ενέργεια και την Χάρη του και ποτέ κατά την ουσία του. Η έκχυση της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος στους πιστούς αποτελεί φανέρωση της θείας Χάριτος, φανέρωση δηλαδή του ίδιου του Θεού. Ο τρόπος όμως κατά τον οποίο εκχέεται η θεία Χάρη στους πιστούς παραμένει απόρρητος.
Κατά την φανέρωσή της η θεία Χάρη «μερίζεται αμερίστως», και όπως κάθε ενέργεια του Θεού «ου χρονικώς μόνον αλλά και πληθυντικώς προάγεται»[74]. Η φανέρωση της Χάριτος του Θεού ταυτίζεται θεολογικώς με την πέμψη του Αγίου Πνεύματος. Το Άγιο Πνεύμα εδώ νοείται όχι με την αΐδια και υποστατική ύπαρξή του αλλά με την οικονομική και χαρισματική φανέρωσή του. Νοείται ως Χάρη και ενέργεια όλου του Τριαδικού Θεού. Αλλά, ενώ το Άγιο Πνεύμα ως Χάρη του Τριαδικού Θεού πέμπεται στην κτίση από τον όλο Τριαδικό Θεό, προχέεται όμως και φανερώνεται «δι’ Υιού»[75].
Στηριζόμενος στις παραπάνω διευκρινήσεις ο υπέρμαχος και ηγέτης του Ησυχασμού του ΙΔ’ αιώνα επισημαίνει τις εσφαλμένες θεολογικές προϋποθέσεις των Λατίνων, οι οποίες οδήγησαν στην αίρεση του Filioque και κατ’ επέκταση στην αλλοίωση του Τριαδικού δόγματος της Εκκλησίας. Οι Λατίνοι, επειδή δεν διακρίνουν ουσία και ενέργεια[76], συγχέουν τα υποστατικά με τα φυσικά προσόντα του Τριαδικού Θεού, συγχέουν δηλαδή τα υποστατικά ιδιώματα με τις φυσικές και ουσιώδεις ενέργειές του. Έτσι αποδίδουν το εκπορευτικό ιδίωμα όχι μόνο στην υπόσταση του Θεού Πατέρα αλλά και στην υπόσταση του Υιού. Στην περίπτωση όμως, που το Άγιο Πνεύμα ως πρόσωπο έχει ως συναίτιό του τον Πατέρα και τον Υιό, δεν μπορεί να είναι Θεός αλλά κτίσμα, αφού αποτελεί βασική θεολογική αρχή, ότι μόνο «επί των κτισμάτων τω Πατρί ο Υιός συναίτιος»[77]. Αν πάλι ταυτιστούν τα υποστατικά με τα φυσικά προσόντα του Θεού, τότε ο Άγιο Πνεύμα θα εκπορεύεται όχι μόνο από τον Πατέρα και τον Υιό, αλλά και από τον εαυτό του. Έτσι, άλλο θα είναι το εκπορεύον Πνεύμα και άλλο το εκπορευόμενο, οπότε στον Θεό αντί για Τριάδα θα έχουμε Τετράδα. Κατά συνέπεια, το εκπορευτικό ιδίωμα δεν μπορεί να είναι κοινό ιδίωμα των θείων προσώπων. Κοινά και για τα τρία θεία πρόσωπα είναι μόνο τα ιδιώματα της μιας θείας φύσεώς τους, δηλαδή μόνον οι άκτιστες, φυσικές ενέργειες της θείας φύσεως.
Κατά τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά και την Ορθόδοξη θεολογία στο σύνολό της, γίνεται σαφής διάκριση ανάμεσα στη φύση, τις υποστάσεις και τις ενέργειες του Θεού. Έτσι, το Άγιο Πνεύμα ως πρόσωπο εκπορεύεται αϊδίως από τον Πατέρα και αναπαύεται στον Υιό. Προέρχεται όμως ή εκχέεται ως Χάρη και ενέργεια «εξ αμφοίν», δηλαδή και από τον Πατέρα και από τον Υιό. Άλλωστε, αν η εκχεόμενη και παρεχόμενη θεία Χάρη ταυτιστεί με την υπόσταση του Αγίου Πνεύματος, όπως υποστηρίζουν οι Λατίνοι, τότε οι άγιοι ως πραγματικώς μέτοχοι της θείας Χάριτος γίνονται ομόθεοι και ομότιμοι με τον Χριστό, γιατί ενώνονται υποστατικώς με το Άγιο Πνεύμα[78]. Μια τέτοια όμως θεώρηση του Αγίου Πνεύματος και της θείας Χάριτος αλλοιώνει σε οντολογικό επίπεδο όχι μόνο την θεολογία αλλά και την ανθρωπολογία της Εκκλησίας. Επομένως, μόνον όταν γίνεται σαφής και οντολογικού χαρακτήρα διάκριση ανάμεσα στην ουσία και την ενέργεια του Θεού, μπορεί να αποδίδεται η υπαρκτική πρόοδος του Αγίου Πνεύματος στον Πατέρα, ενώ η εκφαντορική και ενεργητική πρόοδος στον Υιό. Παράλληλα, μόνο μετά την παραπάνω διάκριση μπορεί να κατανοείται σωστά η βιβλική αλήθεια της Εκκλησίας, ότι οι πιστοί γίνονται «κοινωνοί θείας φύσεως»[79], όταν μετέχουν στην Χάρη του Αγίου Πνεύματος, η οποία αποτελεί άκτιστη, φυσική ενέργεια της θείας φύσεως. Τελικώς, από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι οι Λατίνοι –εξαιτίας των θεολογικών προϋποθέσεών τους- συγχέουν την αΐδια με την οικονομική Τριάδα, γιατί αποδίδουν στην αΐδια Τριάδα όσα αφορούν το Άγιο Πνεύμα στην οικονομική Τριάδα.
Είπαμε ήδη ότι η θεία Χάρη είναι μία και η αυτή και για τα τρία θεία πρόσωπα, επειδή αποτελεί ενέργεια της μίας και ενιαίας θείας φύσεως. Επιπροσθέτως, υπογραμμίσαμε ότι αυτή παρέχεται τριαδικώς, όπως συμβαίνει, άλλωστε, και με κάθε άλλη ουσιώδη ενέργεια του Τριαδικού Θεού. Τι γίνεται όμως, όταν η μία και η αυτή θεία Χάρη ενεργεί την σωτηρία και θέωση του πιστού; Δεν «απολειτουργικοποιεί»[80] σωτηριολογικώς τα θεία πρόσωπα η θεία Χάρη ως ενέργεια του όλου Τριαδικού Θεού; Όχι, δεν τα «απολειτουργικοποιεί», όπως, άλλωστε, δεν τα «απολειτουργικοποιούν» και οι άλλες άκτιστες ενέργειες του Τριαδικού Θεού. Και δεν τα «απολειτουργικοποιεί», επειδή καθένα από τα θεία πρόσωπα επιτελεί ιδιάζον έργο[81]. Στην προκειμένη περίπτωση η παροχή της θείας Χάριτος για την σωτηρία και θέωση του ανθρώπου αποτελεί κατεξοχήν έργο του Θεανθρώπου. Γι’ αυτό, τόσο η Καινή Διαθήκη[82] όσο και η λειτουργική πράξη της Εκκλησίας κάνουν λόγο για την Χάρη του Χριστού. «Η χάρις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και η αγάπη του Θεού Πατρός και η κοινωνία του Αγίου Πνεύματος είη μετά πάντων υμών», σημειώνεται στην Αναφορά της θείας Λειτουργίας[83]. Η θεία Χάρη χορηγείται και φανερώνεται στην κτίση και τον άνθρωπο με τον Χριστό[84] και ειδικότερα με το σωτηριώδες έργο του Χριστού.

Τρίτη 18 Νοεμβρίου 2014

Ο Παπαδιαμάντης ως ταπεινό μέλος της Εκκλησίας και το φιλοκαλικό του ήθος

 





Σημ. Στο περιθώριο των διαλόγων περί γλώσσας...μια, φαινομενικά και μόνο άσχετη με το θέμα,  ανάρτηση.



"  Ὁ Παπαδιαμάντης ἦταν ἕνα ταπεινὸ μέλος τῆς Ἐκκλησίας, αἰσθανόταν καὶ λειτουργοῦσε ὡς μέλος της. Εἶχε συναίσθηση ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι Κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας, αὐτοῦ τὴν Γέννηση καὶ τὴν Ἀνάσταση ὑμνεῖ καὶ δοξάζει καὶ ὑπακούει ταπεινὰ στὶς ἀποφάσεις τῆς Ἐκκλησίας.

Κατ᾿ ἀρχὰς πρέπει νὰ ποῦμε ὅτι ὅλη ἡ ζωὴ τοῦ Παπαδιαμάντη ἦταν φιλοκαλική, ποὺ σημαίνει ὅτι δὲν στηριζόταν σὲ καταφατικὲς ἐκφράσεις καὶ διαβεβαιώσεις, ἀλλὰ κυρίως ζοῦσε ἀποφατικά. Ἔβλεπε τὴν δόξα τῆς Ἐκκλησίας ὄχι στὴν ἐπίγεια κοινωνικὴ κατάφασή της, ἀλλὰ στὴν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τὴν αἰσθανόταν μέσα στὶς ἀγρυπνίες, μέσα στὴν θεία Εὐχαριστία, ποὺ εἶναι τὸ κέντρο τῆς Ἐκκλησίας, στὶς ἀκολουθίες, στὰ τροπάριά της. Συνελάμβανε τὸ πνεῦμα τῆς θείας λατρείας, ποὺ εἶναι ἡ ταπείνωση, ἡ ἡσυχία, ἡ κένωση καὶ ἡ προσφορά.

Σ᾿ ἕνα κείμενό του γράφει: «Ἡ Ἐκκλησία ἐθριάμβευσεν ἐν τῷ κόσμῳ ἄνευ τῆς ἐλαχίστης συνδρομῆς τῆς πολιτείας, τουναντίον μάλιστα καὶ διωκομένη καὶ κατατρυχομένη πολλάκις ὑπὸ ταύτης».

Στὴν ἐποχή του ὁ Μακρακισμὸς ἀλλοίωνε τὴν ταυτότητα καὶ τὴν φυσιογνωμία τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Παπαδιαμάντης γράφει ἄρθρο γιὰ νὰ καυτηριάσῃ τὴν στάση τοῦ Μακράκη, ὁ ὁποῖος ἐμήνυσε δυὸ ἱερεῖς, οἱ ὁποῖοι ὑπενθύμισαν στὸν κόσμο ὅτι εἶναι μὲν ἐλεύθεροι νὰ ἀκούσουν τὸν Μακράκη, ἀλλὰ νὰ ξεύρουν ὅτι «ἔχει ἀποκηρυχθῆ ὑπὸ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ὡς κακόδοξος καὶ ἀπειθής». Καὶ στὴν συνέχεια γράφει:

«Ὁ κ. Μακράκης εἶναι ἔκπτωτος δι᾿ ὅλην τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν. Τὸ ἠξεύρει καὶ προσποιεῖται ὅτι τὸ ἀγνοεῖ... Ἡ καινοδοξία δὲν εἶναι ἐν χώρῳ καὶ χρόνω, δὲν ὁρμᾶται ἀποκλειστικῶς ἐξ Ἀμερικῆς ἢ ἐξ Ἀγγλίας, ἡ καινοδοξία εἶναι ἐν τῇ γνώμῃ καὶ ἐν τῇ φρενί... καὶ ὁ κ. Μακράκης, ὅστις περιέρχεται τὰς πόλεις καὶ τὰ χωρία ἑρμηνεύων κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ φαντασίαν τὰς Ἱερὰς Γραφάς, ἄνευ κύρους, ἄνευ ἀδείας καὶ ἐγκρίσεως ἐκκλησιαστικῆς.... Τί τοῦ ψιθυρίζουν εἰς τὸ οὖς, τοῦ κ. Μακράκη, τὰ ἀρχοντικὰ δαιμόνια, τὰ πονηρότατα καὶ πεισμονέστατα τῶν δαιμονίων! Ποῖος Μητροπολίτης, ποία Σύνοδος δύναται ποτὲ ν᾿ ἀναγνωρίσῃ τὸν κ. Μακράκην ὡς ὀρθόδοξον, ἐὰν οὖτος δὲν προσέλθῃ ἁπλῶς καὶ καθαρῶς, ἐν ταπεινώσει, ἄνευ σοφισμάτων καὶ ἄνευ ὑστεροβουλίας, ἐὰν δὲν προσπέσῃ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν νὰ εἴπῃ τὸ ἥμαρτον, ν᾿ ἀποπτύσῃ τὸ τρισύνθετον καὶ πᾶσαν ἄλλην κακοδοξίαν, καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι μετανοεῖ εἰλικρινῶς; Ὡς ἴσος πρὸς ἴσην τολμᾷ νὰ διαπραγματεύηται πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν, ἢ ἔτι θρασύτερον, ὡς θεραπαινίδα θέλει νὰ τὴν μεταχειρισθῆ ὁ ἀγχίστροφος διαλεκτικός, ὁ πολύπλαγκτος ἀγορητής, ἀξιῶν, ἵνα ἡ Ἐκκλησία αὐτὴ καὶ ὄχι ὁ Μακράκης ὁμολογήσῃ ὅτι ἔσφαλε νὰ τὸν ἀποκηρύξη! Οἶον ἐξαίσιον πτῶμα! Οἶος κρημνός!».

Καὶ ὅταν οἱ Μακρακισταὶ ἀντέδρασαν, ὁ Παπαδιαμάντης εἶναι ἀφοπλιστικὸς στὰ ἐπιχειρήματά του, ποὺ δὲν εἶναι στοχαστικά, ἀλλὰ ἐκκλησιολογικά: «Τί μὲ προκαλεῖτε εἰς συζήτησιν περὶ τοῦ ἂν εἶσθε αἱρετικοὶ ἢ ὄχι; Ἡ Ἐκκλησία σᾶς ἀπεκήρυξεν. Ἐπὶ δεδικασμένου συζήτησις δὲν δύναται νὰ γίνῃ».


Τὸ κυριότερο γνώρισμα τοῦ Παπαδιαμάντη, ἀπὸ ὅπου ἀντλεῖται ἡ ἄποψή του γιὰ τὸν Θεό, ἀλλὰ καὶ ἡ αἴσθηση μὲ τὴν ὁποία πλησίαζε τοὺς ἀνθρώπους, ποὺ σαφῶς λέγεται ἡσυχαστική, φιλοκαλική, εἶναι ὅτι ὅλη του ἡ προσωπικότητα εἶναι λιβανισμένη, καὶ αὐτὸ τὸ ἄρωμα τοῦ ἁγιορείτικου λιβανιοῦ βγαίνει καὶ προχέεται ἀπὸ τὴν καρδιά του στὸ σῶμα, στὰ δάκτυλα, στὸ μολύβι καὶ στὰ γραπτά του. Τὰ κείμενά του εἶναι «λιβανάτα» ἀπὸ τὸ μοσχοθυμίαμα τῆς λατρείας, τῆς προσευχῆς. Ἔχει τὸ ἦθος τῆς λατρείας, τῆς ὑμνῳδίας. Αὐτὴ ἡ λατρεία τὸν ἔκανε νὰ παραμείνη ὀρθόδοξος στὸ φρόνημα, στὸ ἦθος σὲ ὅλη του τὴ ζωή.

Σὲ πολλὰ κείμενά του φαίνεται καθαρὰ ὅτι συνεχῶς ἔψαλε τὰ «Τραγούδια τοῦ Θεοῦ». Εἶναι πολὺ χαριτωμένο τὸ κείμενό του «Τραγούδια τοῦ Θεοῦ», ποὺ στὴν πραγματικότητα περιγράφει μιὰ κοινωνία ποὺ συναντιόταν στὸν Ναὸ τοῦ ἁγίου Ἐλισσαίου καὶ ἔπειτα στὰ σπίτια, μέσα στὰ ὁποῖα μεταφερόταν τὸ ἦθος τῆς λατρευτικῆς καὶ εὐχαριστιακῆς κοινότητας. Ὁ Παπαδιαμάντης ἔψελνε στὰ σπίτια ποὺ ἔμπαινε ὥστε ἡ Μαρία τῆς Ρηνούλας νὰ πῇ:

«– Αὐτὰ δὲν εἶναι τροπάρια ποὺ ψέλνετε κύριε.

– Ἀλλὰ τί εἶναι κορίτσι μου; ἠρώτησα.

– Αὐτὰ εἶναι σὰν γλυκὰ γλυκὰ τραγουδάκια».

Καὶ αὐτὰ τὰ τραγουδάκια τοῦ Θεοῦ ἦταν τὸ τροπάριο τοῦ Κανόνος τοῦ Πάσχα «Ἀναστάσεως ἡμέρα λαμπρυνθῶμεν λαοί, Πάσχα Κυρίου Πάσχα».

Ἀλλὰ καὶ ἡ Ἀγγελικούλα τοῦ φίλου του Μπούκη τοῦ εἶπε: «Ἐσὺ μπαρμπ᾿ Ἀλέξανδρε, ψέλνεις τὰ τραγούδια τοῦ Θεοῦ».

Ἡ Ἀγγελικούλα, γράφει ὁ Παπαδιαμάντης, «μὲ ἤκουε νὰ ψάλλω συνεχῶς «Τραγούδια τοῦ Θεοῦ», εἰς τὸν πενιχρὸν νυκτερινὸν ναΐσκον, ὅπου ἐσύχναζε τακτικὰ μὲ τὴν μητέρα της. Ἐκοιμᾶτο μὲς στὸ στασίδι, εἰς τὸν γυναικωνίτην, τὴν ὥρα τῶν ἀποστίχων, ἐξύπνα μετὰ δυὸ ὥρας εἰς τὸν Πολυέλεον, κ᾿ ἔκτοτε δὲν ἤθελε νὰ κοιμηθῆ πλέον. Ἦτο μία μετὰ τὰ μεσάνυχτα».

Ἡ μικρὴ Ἀγγελικούλα ἕνδεκα ἐτῶν ἦταν ἄρρωστη βαρειά. Τὴν ἐπισκέφθηκε ὁ Παπαδιαμάντης καὶ ἐκείνη τοῦ εἶπε:

«Ἂ μπάρμπ᾿ Ἀλέξανδρε, ἐψέλλισεν ἀσθενῶς. Πότε θὰ μοῦ πῇς πάλι τὰ θεῖα ... τραγούδια;

–Ὅποτε θέλεις, Κούλα μου. Ἅμα γίνῃ ἀγρυπνία εἰς τὸν Ἅγιον Ἐλισσαῖον νὰ ἔλθῃς, νὰ σοῦ τὰ πῶ.

–Νὰ μοῦ τὰ πῇς. Μὰ θὰ τ᾿ ἀκούσω;

– Ἅμα προσέχῃς, θὰ τ᾿ ἀκούσης...

– Ὤχ!

Ἔστεναξεν, ἔκλεισε τὰ ὄμματα, καὶ δὲν μοῦ ὡμίλησε πλέον. Ἐφαίνετο ὅτι εἶχε πολὺ κουρασθῆ (ἔφερεν ἀσθενῶς τὴν ἰσχνὴν χεῖρα πρὸς τὸ οὖς ἐνῷ ἐψέλλιζε. Φαίνεται ὅτι εἶχε πάθει βαρυηκοΐαν ἕνεκα τῆς νόσου). Τῆς ἔφεραν χρῖσμα, ἔλαιον ἀπὸ τὴν κανδήλαν. Αὐτὴ ἀνέλαβε πρὸς στιγμὴν τὰς αἰσθήσεις της, κ᾿ ἐψιθύρισε:

–Μοσχοβολᾶ ἡ ψυχή μου. Λάδι, γαλήνη, ἠρεμία. Θὰ πλέψω καλά».

Μετὰ τὸν θάνατό της ὁ Παπαδιαμάντης ἔψαλε τὰ τραγούδια τοῦ Θεοῦ στὴν ἁγνὴ Ἀγγελικούλα. Γράφει στὸ κείμενό του:

«Μετὰ τρεῖς ἡμέρας τὴν προεπέμπομεν εἰς τὸν τάφον. Οἱ ἐπαγγελματικοὶ ἱερεῖς κ᾿ οἱ ψάλται ἔψαλλον τὰ κατὰ συνθήκην, ἀπὸ τὴν "Ἄμωμον ὁδόν" ἕως τὸν "Τελευταῖον ἀσπασμόν". Μόνος ὁ πάπα-Νικόλας ἀπ᾿ τὸν Αϊ-Γιάννη τοῦ Ἀγροῦ, ὁ Ναξιώτης, ἐφαίνετο ὅτι ἔκανε χωριστὴν ἀκολουθίαν, ἐμορμύριζε μέσα του, καὶ τὰ ὄμματά του ἐφαίνοντο δακρυσμένα.

–Τί μουρμουρίζεις, παπά; τοῦ εἶπα, ἀπὸ τὸ ὄπισθεν τοῦ στασιδίου, ὅπου εἶχεν ἀκουμβήσει.

–Λέγω τὴν ἀκολουθίαν τῶν Νηπίων μέσα μου, εἶπεν ὁ πάπα-Νικόλας. Εἰς αὐτὸ τὸ ἄκακον ἁρμόζει ἡ κηδεία τῶν νηπίων.

Τωόντι κ᾿ ἐγώ, μὲ ὅλον τὸν πόνον καὶ τὰ δάκρυά μου, εἶχα ἀναλογισθῆ ἐκείνην τὴν στιγμὴν τὴν ἀκολουθίαν τῶν Νηπίων. Καὶ ἀκουσίως ἔλεγα μέσα μου τὰ τραγούδια τοῦ Θεοῦ: "Τῶν τοῦ κόσμου ἠδέων ἀναρπασθὲν ἄγευστον" καὶ "ὡς καθαρόν, Δέσποτα, στρουθίον πρὸς καλιὰς ἐπουρανίους ἔσωσας" καὶ "τοῦ Ἀβραάμ, ἐν κόλποις, ἐν τόπος ἀνέσεως, ἔνθα τὸ ὕδωρ ἐστὶ τὸ ζῶν, τάξαι σὲ Χριστὸς ὁ δι᾿ ἡμᾶς νηπιάσας" καὶ "οἷς ἀριθμοῖς τὸ πλάσμα σου, νήπιον φοιτῆσαν τανῦν πρὸς σέ"».

Ὁ Παπαδιαμάντης ζοῦσε τὴν Ἐκκλησία ὡς θεραπευτικὴ κοινότητα, καὶ ὄχι ὡς χῶρο ἐκφράσεως τῶν συναισθημάτων του, τὴν ζοῦσε μὲ τὶς ἀγρυπνίες, τὶς προσευχές, μὲ τὸν κόσμο γύρω του, ποὺ κοιμόταν μέσα στὸν ναὸ σὰν νὰ βρισκόταν στὴν ἀγκαλιὰ τῆς μάννας τους, μὲ τὴν ψαλμῳδία καὶ στὰ σπίτια. Ὅλη αὐτὴ ἡ πνευματικὴ ἐκκλησιαστικὴ οἰκογένεια λειτουργεῖ θεραπευτικά, εὐχαριστιακά.

Ὁ Παπαδιαμάντης ἤθελε τὴν ἁπλότητα, τὴν ἠρεμία, τὴν ἡσυχία, τὴν ταπείνωση. Ἔτσι ἔνιωθε καὶ τὴν λατρεία. Γι᾿ αὐτὸ γράφει στὸ κείμενό του μὲ ἐπιγραφὴ «φωνὴ αὔρας λεπτῆς»:

«Ὅλα ταῦτα εἶναι ὡς μηδὲν ἐνώπιον τῆς θείας μεγαλειότητος, ὁ δὲ Θεὸς ηὐδόκησε νὰ φανερωθῆ κ᾿ ἐφανερώθη ὡς πρᾶος ταπεινὸς Ἰησοῦς. Τοῦτο προεσήμαινεν ἡ θεοφάνεια ἡ γενομένη εἰς τὸν Θεσβίτην Ἠλίαν ἐπὶ τοῦ ὄρους Χωρήβ. Ὁ Θεὸς ἐφανερώθη εἰς τὸν Προφήτην ὄχι ἐν τῷ πνεύματι τῷ βιαίῳ, ὄχι ἐν τῷ συσσεισμῷ, ὄχι ἐν πυρί, ἀλλ᾿ ἐν φωνῇ αὔρας λεπτῆς. Καὶ ἡ φωνὴ τῆς αὔρας τῆς λεπτῆς εἶναι ἡ φωνὴ τοῦ πράου Ἰησοῦ, εἶναι ἡ φωνὴ τοῦ Εὐαγγελίου.

Διὰ τοῦτο, λέγει ὁ μελῳδός, «Ἰησοῦ τῷ πράῳ ψάλλομεν». Καὶ διὰ τοῦτο, θαρρούντως ἐπιφέρομεν ἡμεῖς, ὀφείλομεν νὰ ψάλλωμεν ἐν Ἐκκλησίᾳ μὲ πραείας φωνάς, μὲ φωνὴν αὔρας λεπτῆς, καὶ ὄχι μὲ πολυφωνίας καὶ παραφωνίας, αἵτινες ὁμοιάζουν μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ ἀνέμου τὸ βίαιον καὶ μὲ τὸν συσσεισμόν, μέσῳ τῶν ὁποίων δὲν ἐφανερώθη ὁ Θεός.

"Οὐκ ἐν τῷ συσσεισμῷ, Κύριος ... οὐκ ἐν τῷ πυρὶ Κύριος· καὶ μετὰ τὸ πῦρ, φωνὴ αὔρας λεπτῆς· καὶ ἐκεῖ Κύριος"».

Τὸ ἦθος αὐτὸ τοῦ Παπαδιαμάντη ἦταν ἦθος φιλοκαλικό, ἁγιορείτικο. Τὸν ἔχει πληγώσει βαθειὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος σὲ ὅλη του τὴν ζωή. Ζοῦσε μέσα στὴν Ἀθήνα καὶ γενικὰ στὸν κόσμο, ἀλλὰ ἀσπαζόταν τὸν Ἄθωνα, γιὰ τὴν ζωὴ ποὺ περικλείει. Γράφει σὲ ἕνα κείμενό του:

«Ἀπὸ τῶν νεωτέρων Ἀθηνῶν, πόλεως ἀναγεννηθείσης διὰ τοῦ κηρύγματος τοῦ οὐρανοβάμονος Παύλου, πέμπομεν μυστηριώδη ἀσπασμὸν εἰς τὰς ὑπωρείας καὶ τὰς φάραγγας τοῦ μεγαλοπρεποῦς Ἄθω, μὲ τὰς δροσερὰς κρήνας, μὲ τὰς χιλιετεῖς κυπαρίσσους, μὲ τὰ αἰώνια δάση τῶν καστανεῶν, μὲ τοὺς μινυρισμοὺς τῶν ἀπειραρίθμων ἀηδόνων, ὅπου Ἕλλην ψάλτης, ὁ Κουκουζέλης, ᾄδων ἐκίνει τὰς αἶγας καὶ τοὺς ἄρνας, ὡς ὁ μυθολογούμενος Ὀρφεύς, ὅπου ἡ σκέπη τῆς Παναγίας ἐπισκιάζει ὡς ἄλλοτε ἐν τῇ βασιλευούσῃ τῶν πόλεων, ὅπου ζῇ καὶ θάλλει ἡ ἱερὰ παράδοσις τοῦ μεσαιωνικοῦ Ἑλληνισμοῦ, καὶ ὅπου ἔχει τὴν κοιτίδα μία ὑψηλὴ ποίησις, ἡ ποίησις ἡ χριστιανική, ἥτις δὲν ἔπαυσε ποτὲ νὰ ἐμπνέῃ καὶ νὰ παρηγορῇ τους θιασώτας αὐτῆς, ἐν τῷ ἀνθρωπίνῳ βίῳ»" .

Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2014

Ο Σταυρός της Αγιότητας.



 
σταυρός του σύγχρονου
Καθηγητοῦ Ἀντωνίου Μάρκου
Στα πλαίσια του εορτασμού της Εορτής της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού….. έχουν αναπτυχθεί διάφορα θέματα, σχετικά με το Μυστήριο του Σταυρού…..
Σήμερα,θα προσπαθήσω να παρουσιάσω το θέμα “Αγιότητα -μετοχή στόν Σταυρό του Χριστού”. Θα μου επιτρέψετε να θέσω την πτωχή και ανεπαρκή παρουσία μου ενώπιόν σας, “υπό την σκέπην” του αγ. Παϊσίου Βελιτσκόφσκυ (το γιατί θα γίνει αντιληπτό προς το τέλος της εκδηλώσεως).
Το Ευαγγέλιο της ημέρας (“εκ του κατά Ιωάννην,” κεφ. ΙΘ’ 6-11, 13-20, 25-28 και 30), είναι εκείνο των Παθών της Μεγάλης Πέμπτης. Ο Κύριος, “βαστάζων τον σταυρόν αυτού, εξήλθεν εις τον λεγόμενον κρανίου τόπον, ος λέγεται εβραϊστί Γολγοθά, όπου αυτόν εσταύρωσαν”. Σε άλλο σημείο της διδασκαλίας Του λέγει: “Ος ου λαμβάνει τον σταυρόν αυτού και ακολουθεί οπίσω μου, ουκ έστι μου άξιος” (Ματθ.10). Και “όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μου” (Ματθ. 8, 34).
Ποιός είναι ο σταυρός κάθε πιστού, τον οποίο καλεί ο Χριστός να σηκώσει και να Τον ακολουθήσει; Μήπως είναι ο μικρός σταυρός που κρεμά η Εκκλησία στο στήθος των νεοφωτίστων; Ή μήπως ο σταυρός που η Ίδια η Εκκλησία τοποθετεί στούς τάφους των κεκοιμημένων μελών Της; Στην πρώτη περίπτωση, τι γνωρίζει ένα άωρο βρέφος περί Πίστεως και Σταυρού; Και στη δεύτερη, μήπως είναι πολύ αργά; Ποιό σταυρό, λοιπόν, εννοεί ο Κύριος;
“Σταυρόν – γράφει ο Θεοφάνης Κεραμεύς – λέγει των της σαρκός θελημάτων την εκούσιον νέκρωσιν και τον υπέρ Αυτού θάνατον” (Ομιλία ΜΑ’ στην Κυριακή των Αγίων Πάντων, P.G. 132, 796 Α).
Σταυρικό το πολίτευμα της ΕκκλησίαςΗ ζωή κάθε ανθρώπου μοιάζει με ταξείδι, με χιλιάδες οδούς και μονοπάτια, που καλούμαστε να περπατήσουμε κάνοντας χρήση του πιό σπουδαίου δώρου που μας χάρισε ο Δημιουργός, της ελευθερίας. Στο ταξείδι αυτό καθ’ ένας ελεύθερα κάνει μικρές ή μεγάλες στάσεις, γιά να διδαχθεί, να γνωρίσει, να πράξει. Και τελικά με μόνη περιουσία τις αναμνήσεις και εμπειρία φτάνει στόν προορισμό του πού – αλοίμονο – είναι ο τάφος για το σώμα και η αιωνιότητα γιά την ψυχή.
Ο εν Χριστώ ελεύθερος άνθρωπος έχει ένα και μοναδικό και συγκεκριμένο σκοπό στην παρούσα ζωή. Την ένταξή του στο Σώμα του Χριστού, “ο έστιν η Εκκλησία” κατά τον Απόστολο Παύλο (Κολ. 1, 24). Αυτό πραγματοποιείται εμπειρικά μέσα από την μετοχή του πιστού στο πάθος καί την δόξα του Χριστού. Χωρίς τον Σταυρό δεν υπάρχει Ανάσταση. Χωρίς την μετοχή στο Σταυρό Του, δεν υπάρχει μετοχή στην Ανάστασή Του (πρβλ. Α’ Πέτρου 1,11). Αυτός που μετέχει στο Σταυρό και το Πάθος του Χριστού, μετέχει και στην Ανάστασή Του, γι’ αυτό και ο Απόστολος Παύλος διακηρύσσει: “Εμοί γαρ το ζην Χριστός και το αποθανείν κέρδος” (Φιλ. 1,21).
Η μετοχή στο Σταυρό του Χριστού, είναι το κριτήριο της γνησιότητας των μαθητών Του. “Το ποτήριο ο εγώ πίνω, πίεσθε” (Μάρκ. 10, 39), δήλωσε ο Κύριος, τονίζοντας την αναγκαιότητα αυτής της εμπειρίας, σαν προϋπόθεση σωτηρίας. Γι’ αυτό, όπως γράφει ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος, “η οδός του Θεού σταυρός καθημερινός έστιν. Ουδείς γαρ εν τω ουρανώ ανήλθε μετά ανέσεως” (“Ασκητικά”, 1977, σελ. 17).
Το Μυστήριο του Σταυρού συνάπτεται με το Μυστήριο της Εκκλησίας. Ήδη από το εισαγωγικό Μυστήριο του Βαπτίσματος, ο πιστός μετέχει του θανάτου του Χριστού (Ρωμ. 6,3). Η κολυμβήθρα είναι τάφος στον οποίο συντελείται η νέκρωση του “παλαιού ανθρώπου” (Ρωμ.6,6). Γι’ αυτό και στην πρωτοχριστιανική Εκκλησία, η κτιστή κολυμβήθρα είχε σχήμα σταυρού.
Η συσταύρωση, λοιπόν, του Χριστιανού με τον Χριστό και ο “θάνατός” του γιά την αμαρτία (πρβλ. Ρωμ. 8, 10 και Γαλ. 6, 14), είναι κεντρικό αίτημα της εν Χριστώ ζωής, γι’ αυτό και ο Απόστολος Παύλος διακηρύσσει, “νεκρώσατε ουν τα μέλη υμών τα επί της γης” (Κολ. 3, 5).
Οι Άγιοι μιμηταί του Πάθους του Χριστού
Η εμπειρία της Εκκλησίας διδάσκει, ότι μόνον οι Άγιοι υπήρξαν και είναι σε κάθε εποχή γνήσιοι μαθητές του Κυρίου, ως μιμητές του Πάθους και του Σταυρού Του. Όπως γράφει σχετικά ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, “αναρίθμηται ψυχαί ηκολούθησαν εις τα θριαμβευτικά ίχνη των παραδειγμάτων του Κυρίου” (“Γυμνάσματα Πνευματικά”, 1971, σελ. 208).
Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος γράφει σχετικά: “Πάντα υπέρ του Λόγου δεχώμεθα, πάθεσι το Πάθος μιμώμεθα, αίματι το αίμα σεμνύνωμεν, επί τον Σταυρόν ανιώμεν πρόθυμοι. Γλυκείς οι ήλοι και ει λίαν οδυνηροί. Το γαρ μετά Χριστόν πάσχειν και υπέρ Χριστού, την μετ’ άλλων τρυφάν αιρετώτερον” (“Λόγος εις το Πάσχα”, P.G. 36, 656).
Κλασσική παραμένει η διατύπωση του αγίου Γρηγορίου Νύσσης: “Έλαμψεν ο μάρτυς της αληθείας και συνέλαμψαν οι μαρτυρες της μεγάλης οικονομίας. Ηκολούθησαν οι μαθηταί τω Διδασκάλω τοις Κυριακοίς ίχνεσιν οδεύοντες, μετά Χριστόν οι χριστο-φόροι” (PG 46, 721 Α).
Στο Δοξαστικό της Λιτής της Ακολουθίας των Αγίων Πάντων, η Εκκλησία ψάλλει: “Πάντες οι Άγιοι των του Χριστού παθημάτων κοινωνοί γεγόνασιν”.
Άγιοι σήμερα;Εφ’ όσον, λοιπόν, η Αγιότητα είναι ο προσωπικός σταυρός κάθε πιστού, τον οποίο ο Ίδιος ο Κύριος καλεί να σηκώσει και να Τον ακολουθήσει, τίθεται το κεφαλαιώδες ερώτημα: “Σ’ αυτή την πορεία μου πρός την αγιότητα, υπάρχουν σύγχρονοι Άγιοι γιά να με βοηθήσουν, με την ευχή τους και το παράδειγμά τους;”
“Σύγχρονος Άγιος”. Ας δούμε τον Άγιο και την Αγιότητα κάτω από το φως της εποχής μας. Οι ίδιες οι λέξεις παραπέμπουν σε καταστάσεις ξένες προς την εποχή μας και τον “πολιτισμό” μας.
· Ποιός γονέας φιλοδοξεί να κάνει το παιδί του Άγιο;
· Ποιό σχολείο και ποιό εκπαιδευτικό πρόγραμμα καλλιεργεί την αγιότητα ή την προβάλλει σαν όραμα και πρότυπο;
Εφ’ όσον το κυριώτερο πρόβλημα της κοινωνίας μας είναι η ανεργία, ο “επιτυχημένος” άνθρωπος της εποχής μας είναι αυτός που βγάζει πολλά χρήματα, που έχει ανέσεις και κοινωνική προβολή.
· Αυτό θέλουν οι γονείς γιά τα παιδιά τους.
· Σ’ αυτό αποβλέπει το εκπαιδευτικό μας σύστημα.
· Αυτό καλλιεργούν τα ΜΜΕ.
· Αυτό ονειρεύεται η πλειοψηφία των νέων μας.
Και εφ’ όσον είμεθα πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ας δανεισθούμε μία διατύπωση του μεγάλου Σέρβου Θεολόγου του 20ου αι. π. Ιουστίνου Πόποβιτς: “Το πρότυπον του Ευρωπαίου ανθρώπου είναι σκέτος ο άνθρωπος, ενώ του Χριστιανού ο Θεάνθρωπος”. Αυτό μας μεταφέρει στην εποχή που οι Χριστιανοί ζούσαν με τους Αγίους, τους οποίους είχαν σαν μέτρο πολιτισμού. “Η Ευρώπη – έγραψε ο π. Ιουστίνος – μετράει την παραγωγή επιστημόνων, η Εκκλησία την “παραγωγή” – ανάδειξη Αγίων”. Τώρα την θέση των Αγίων πήραν:
Οι πολιτικοί, οι οποίοι σαν σύγχρονοι Ναβουχοδονόσορες υψώνουν τις “εικόνες” τους και καλούν τους λαούς να τους προσκυνήσουν, με το σκεπτικό “εγώ είμαι ο σωτήρας σας, εγώ με το πρόγραμμά μου θα λύσω όλα σας τα προβλήματα”.
Ας θυμηθούμε τον Λένιν που ταριχευμένος στο μαυσωλείο του, στην Κόκκινη Πλατεία της Μόσχας, “ατένιζε” ευχαριστημένος τα εκατομμύρια των πιστών του να περνούν και να τον προσκυνούν, μέχρι που η κατάρρευση του καθεστώτος του έστειλε τον ίδιο στο νεκροταφείο και τα χιλιάδες αγάλματά του για ανακύκλωση.
Ας θυμηθούμε τον κομμουνιστή Δικτάτορα της Ρουμανίας Τσαουσέσκου, πού ξεκίνησε να φτιάξει τα Ανάκτορα του Νέρωνα στο Βουκουρέστι και τελικά εκτελέστηκε με συνοπτικές διαδικασίες, μπροστά στίς τηλεοπτικές κάμερες.
Ας θυμηθούμε τον “Πλανητάρχη” Κλίντον και το παράδειγμα χρηστών ηθών που έδωσε στον Αμερικανικό λαό μοιχεύοντας με την γραμματέα του και ας μην ξεχάσουμε δικό μας Πρωθυπουργό, ο οποίος άφησε την σύζυγό του γιά τις… χάρες μιάς κατά πολύ νεώτερης κυρίας.
Την θέση των Αγίων πήραν οι ποδοσφαιριστές. Όχι οι αθλητές, διότι σε όλες τις εποχές όλοι οι λαοί τιμούσαν τους αθλητές και ο Απόστολος Παύλος δανείσθηκε από τον κοσμικό αθλητισμό εικόνες για να περιγράψει την πνευματική «εν Χριστώ» άθληση (όπως τον αθλητή, το στέφανο, το στάδιο). Τώρα, τι είδους αθλητισμός είναι το ποδόσφαιρο, ώστε να αξίζουν την ιδιάζουσα θέση που έχουν καταλάβει στην σύγχρονη ζωή όσοι εμπλέκονται σ’ αυτόν, ας αφήσουμε να μας πούν διαπρεπείς κοινωνιολόγοι και ψυχολόγοι. Την θέση των Αγίων πήραν οι διάφοροι «στάρ», μάλιστα υπάρχουν και σχολές που μπορούν να κάνουν ένα κοινό θνητό «αστέρι», να του δώσουν, δηλαδή, την δυνατότητα να λατρεύεται από τις μάζες και να τους «τα παίρνει χοντρά», όπως συνήθως λέγεται. Και οι Άγιοι; Τι απέγιναν οι Άγιοι; Περιορίσθηκαν στο περιθώριο της ζωής αφού λ.χ.:
· Ο «κολοβωμένος» Παναγιώτης – Τάκης, δεν παραπέμπει στην Παναγία μας ή στον Νεομάρτυρα Παναγιώτη από την Καισάρεια, αλλά παραπέμπει στο πουθενά και το τίποτα.
· Οι σύγχρονοι «Χριστιανοί» εορτάζουν τα γεννέθλιά τους που υποδηλώνουν κοσμικό φρόνημα και όχι την ονομαστική τους εορτή, που παραπέμπει στον προστάτη Άγιο, φύλακα της ζωής και ήρωα της Πίστεως.
Αν μου επιτρέπεται να επιμείνω λίγο σ’ αυτό, γεννέθλια εορτάζουν οι λαοί της Δύσεως (Ευρωπαϊκής και Αμερικανικής), ακριβώς διότι δεν βίωσαν ποτέ το Μυστήριο της Εκκλησίας και οι Άγιοι της Εκκλησίας δεν έχουν θέση και ρόλο στη ζωή τους.
Ακόμη, αν μας ρωτήσει κάποιος «τι είναι Άγιος» (αφού αναζητούμε έναν Άγιο για οδηγητικό πρότυπο στη ζωή μας), θα δώσουμε μάλλον μία λανθασμένη απάντηση. Θα πούμε, «Άγιος είναι αυτός που τηρεί τον Νόμο του Θεού, που δεν κάνει αμαρτίες, ο δίκαιος». Και ίσως προχωρήσουμε λίγο ακόμη και πούμε «αυτός που έχει υπερφυσικές εμπειρίες, που κάνει υπερφυσικές πράξεις, δηλαδή θαύματα».
Αυτή είναι η κοινή αντίληψη για την Αγιότητα, η οποία όμως αν τεθεί κάτω από το φως της Ορθοδόξου Θεολογίας, αποδεικνύεται λανθασμένη. 1.Αν Αγιότητα είναι απλά η τήρηση των εντολών του Θεού, τότε γιατί κατακρίθηκε ο Φαρισαίος και ο νεανίας του Ευαγγελίου «απήλθε λυπούμενος»; Άρα, ο τηρητής μόνο των εντολών του Θεού, δεν μπορεί να ονομασθεί Άγιος.
2. Ο Απόστολος Παύλος συχνά απευθύνει τις Επιστολές του στους «αγίους», δηλαδή στους πιστούς των τοπικών Εκκλησιών. Στην συνέχεια όμως των Επιστολών του κατονομάζει μύρια όσα ηθικά ελαττώματα των Χριστιανών αυτών, τους οποίους και ελέγχει δριμύτατα. Λ.χ. στους Γαλάτες γράφει: «Ει γαρ αλλήλους δάκνετε και κατεσθίετε, βλέπετε μη υπ’ αλλήλων αναλωθήτε». Άρα, ούτε ο απλός πιστός, το απλό μέλος της Εκκλησίας, μπορεί να ονομασθεί Άγιος.
3. Ας έλθουμε στα θαύματα. Οι Άγιοι δεν είναι μάντεις και φακίρηδες για να κάνουν «θαύματα». Υπάρχουν Άγιοι που δεν θαυματούργησαν ποτέ και βεβαίως η Εκκλησία δεν ονόμασε ποτέ τους θαυματοποιούς Αγίους. Γιατί; Διότι τα περισσότερα «θαύματα» τα κάνουν τα πονηρά πνεύματα και τα όργανά τους, για να πλανήσουν τους ανθρώπους. Πως άλλωστε εξηγείται η απάντηση του Χριστού σε κάποιους θαυματοποιους που θα του πουν στη Δευτέρα Παρουσία, «Κύριε, ου τω σω ονόματι προεφητεύσαμεν; και τω σω ονόματι δαιμόνια εξεβάλομεν και τω σω ονόματι δυνάμεις πολλάς εποιήσαμεν; Και τότε ομολογήσω αυτοίς – λέγει ο Κύριος – ότι ουδέποτε έγνων υμάς, αποχωρείτε απ’ εμού πάντες οι εργαζόμενοι την ανομίαν» (Ματθ. 7, 22).
Μέχρι τώρα δεν δόθηκε απάντηση στο ερώτημα αν υπάρχουν Άγιοι στην εποχή μας και ποιος τελικά είναι Άγιος. Όμως πρέπει να δοθεί μία απάντηση και την απάντηση την δίνει η ίδια η Εκκλησία σε κάθε Θεία Λειτουργία. Όταν ο Λειτουργός μετά τον Καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων, υψώνει το Σώμα του Χριστού και εκφωνεί, «τά Άγια τοις Αγίοις», η Εκκλησία απαντά και ομολογεί, «εις Αγιος, εις Κύριος Ιησούς Χριστός, εις δόξαν Θεού Πατρός». Δηλαδή, ένας μόνον είναι Άγιος, ο Χριστός, και εμείς οι αμαρτωλοί καλούμεθα να κοινωνήσουμε της αγιότητάς Του, «εις δόξαν Θεού Πατρός».
Αυτό σε καμμία περίπτωση δεν σημαίνει προσεύλευση στην Θεία Κοινωνία των Αχράντων Μυστηρίων, χωρίς την απαραίτητη σωματική και πνευματική προετοιμασία. Σημαίνει, ότι όσο και αν προετοιμασθούμε δεν γινόμεθα Άγιοι πρίν κοινωνήσουμε – μετάσχουμε της αγιότητος του Χριστού. Η Αγιότητα δεν προηγείται, αλλά έπεται της Θείας Κοινωνίας. Αν είμαστε Άγιοι πριν κοινωνήσουμε, τότε προς τι η κοινωνία – μετοχή στην ευχαριστακή τράπεζα του Χριστού;
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η οσία Μαρία η Αιγυπτία. 46 χρόνια στην έρημο ασκήθηκε σκληρά για να καθαρθεί από τα πάθη της, προετοιμαζόμενη για την μία και μοναδική στιγμή της ζωής της, την Θεία Κοινωνία των Αχράντων του Χριστού Μυστηρίων. Και μόνον αφού κοινώνησε, τελείωσε την ζωή της έχοντας αγιασθεί.
Συμπεράσματα· «Εις Άγιος, εις Κύριος Ιησούς Χριστός, εις δόξαν Θεού Πατρός».
· Άγιος γίνεται κανείς μόνο μέσα στο Σώμα της Εκκλησίας, μετέχοντας στη μυστηριακή Της ζωή και κυρίως στο Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, προετοιμαζόμενος κατάλληλα, όπως η Εκκλησία διατάσσει και προβλέπει, με την άσκηση των αρετών, κάτω από την πνευματική καθοδήγηση και την ποιμαντική ευθύνη εμπείρου Πνευ-ματικού Πατρός.
· Ο προσωπικός αγώνας της Αγιότητας για κάθε πιστό, περιλαμβάνει κόπο και αγώνα. Για άλλους Αγίους ήταν εμβάσανος και αιματηρός. Για άλλους ήταν οι ασκητικοί ιδρώτες και το μαρτύριο της συνειδήσεως. Για άλλους η διακονία του Σώματος της Εκκλησίας από ιεραρχική θέση. Για άλλους η διακονία του ανθρωπίνου πόνου μέσα στην κοινωνία. Κανείς, πάντως, δεν ανήλθε στον ουρανό «μετ’ ανέσεως», όπως διδάσκει ο Αββάς Ισαάκ.
Και εμείς οι σημερινοί πιστοί, οι απλοί, οι αγράμματοι ή ολιγογράμματοι, οι χωρίς παραδείγματα, πως θα βαδίσουμε τον δρόμο της Αγιότητας; Πως θα σηκώσουμε τον προσωπικό μας σταυρό χωρίς Κυρηναίο; Γι’ αυτό είναι πάντα επίκαιρος ο όσιος Παϊσιος Βελιτσκόφσκυ…
Ας στραφούμε, λοιπόν στους Αγίους μας, ας μελετήσουμε τη ζωή τους, ας πάρουμε από εκεί οδηγητικό παράδειγμα σωτηρίας και ας ζητήσουμε με την προσευχή μας την πρεσβείας τους προς τον Άγιο Θεό.
ΠΗΓΗ.ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙΟ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

«Ομολογουμένως μέγα εστί το της ευσεβείας μυστήριον · Θεός εφανερώθη εν σαρκί» (Α Τιμ. γ´ 16)

«Ομολογουμένως μέγα εστί το της ευσεβείας μυστήριον · Θεός εφανερώθη εν σαρκί» (Α Τιμ. γ´ 16)



Σεβ. Δρυϊνουπόλεως και Κονίτσης κ. Κονίτσης 
Αγαπητοί μου Χριστιανοί, 
Αυτόν τον καιρό, όλοι μας, όλοι οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί, ζούμε ένα μεγάλο μυστήριο. Ένα μυστήριο, που η περιωρισμένη διάνοιά μας και η σκέψη μας δεν μπορεί να το καταλάβη και να το εννοήση. Ο Θεός έγινε άνθρωπος. Ο ιερός υμνογράφος θα διερωτηθή : «Ο αχώρητος παντί πως εχωρήθη εν γαστρί ;» Δηλαδή, αυτός που δεν τον χωράνε τα σύμπαντα, πως χώρεσε στην γαστέρα της Θεοτόκου ; Και ο απόστολος Παύλος, που στέκεται κατάπληκτος μπροστά στην ενανθρώπιση του Ιησού Χριστού, θα γράψη στον νεαρό Τιμόθεο : «Ομολογουμένως μέγα εστί το της ευσεβείας μυστήριον· Θεός εφανερώθη εν σαρκί» (Α Τιμ. γ 16). Πράγματι, κατά την ομολογία όλων των πιστών, μέγα είναι το μυστήριο της αληθινής θρησκείας, που αποκαλύφθηκε και σαν θησαυρός αιώνιος παραδόθηκε από τον Θεό στην Εκκλησία. Δηλαδή, ο Θεός φανερώθηκε και ως άνθρωπος ανάμεσα στους ανθρώπους.

-Β-

Το είχε ήδη πη στην Παρθένο Μαρία ο Αρχάγγελος Γαβριήλ, ότι θα γίνη η Μητέρα του Υιού του Θεού με την δύναμη του Αγίου Πνεύματος. Άρά γε, όμως, τι κατάλαβε η Μαριάμ από τα λόγια του Αγγέλου ; Το μόνο βέβαιο είναι, ότι βρισκόταν μπροστά σ' ένα μυστήριο. Γι' αυτό σκύβει το κεφάλι, υποτάσσεται στο θέλημα του Θεού και λέει ταπεινά: «ιδού η δούλη Κυρίου · γένοιτό μοι κατά το ρήμά σου» (Λουκά α 38). Δεν το καταλαβαίνω και δεν το χωράει το μυαλό μου αυτό που μου ανήγγειλες. Είναι το μυστηριώδες σχέδιο του Θεού. Όμως, να, είμαι η δούλη του Κυρίου, η πρόθυμη να υπηρετήσω το θέλημά Του. Είθε να γίνη σε μένα σύμφωνα μ' αυτό που είπες.

-Γ-

Αλλά αυτό το μυστήριο της σαρκώσεως του Υιού του Θεού είναι η ασύγκριτα μεγάλη ευλογία του Ουρανού προς τον άνθρωπο, που περιπλανιόταν στα άγρια και απόκρημνα μονοπάτια της ειδωλολατρείας και των ποικίλων παθών της «ευπερίστατης» αμαρτίας. Στην περίφημη ωδή της η Θεοτόκος θα το διαλαλήση : «Το έλεος αυτού (του Θεού) εις γενεάς γενεών τοις φοβουμένοις αυτόν. Εποίησε κράτος εν βραχίονι αυτού, διεσκόρπισεν υπερηφάνους διανοία καρδίας αυτών · καθείλε δυνάστας από θρόνων και ύψωσε ταπεινούς, πεινώντας ενέπλησεν αγαθών ...» ) Λουκά α 50-53). Ο ερμηνευτής θα σημειώση χαρακτηριστικά, ότι ο Θεός έδωσε άφθονες τις πνευματικές δωρεές της σωτηρίας σε όσους τις επόθησαν πολύ.

-Δ-

Έτσι, οι άγγελοι την μοναδική εκείνη νύχτα της Γεννήσεως, δικαιολογημένα δοξολογούσαν τον Θεό και έλεγαν : «δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία» (Λουκά β 14). Στην γη ολόκληρη, που είναι ταραγμένη από την αμαρτία και τα βίαια πάθη της, ας βασιλεύση η θεϊκή ειρήνη · διότι ο Θεός εξεδήλωσε τώρα λαμπρά την εύνοια και την ευαρέσκειά του στους ανθρώπους με την ενανθρώπιση του Υιού Του. Γι' αυτό και ο άγγελος έφερε στους άδολους ποιμένες το μήνυμα της μεγάλης χαράς, η οποία θα ήταν και ολόκληρου του λαού χαρά, γιατί γεννήθηκε σήμερα ο Σωτήρας του κόσμου. «Ιδού γαρ ευαγγελίζομαι υμίν χαράν μεγάλην, ήτις έσται παντί τω λαώ, ότι ετέχθη υμίν σήμερον σωτήρ, ος εστι Χριστός Κύριος, εν πόλει Δαυΐδ» (Λουκά β 10-11).

-Ε-

Ναι, αγαπητοί αδελφοί ! Μυστήριο είναι η Γέννηση του Σωτήρος. Μυστήριο, που, όπως είπαμε, δεν μπορούμε να το κατανοήσουμε. Όμως, εμείς ας κάνουμε την καρδιά μας φάτνη. Φάτνη καθαρή με την μετάνοια και την εξομολόγηση. Φάτνη ζεστή από την αγάπη προς τον συνάνθρωπό μας και από την πίστη μας προς τον Χριστό, ο Οποίος - και μόνον Αυτός - μπορεί να μας βγάλη από τα σημερινά αδιέξοδα. Χαιρετίζω, πατρικώς και αδελφικώς τους Βορειοηπειρώτες και τους Κυπρίους αδελφούς. Και εύχομαι σε όλους πλούσια την χάρη και την ευλογία του Γεννηθέντος Κυρίου και για το επί θύραις Νέον Έτος και για πάντα.

Πέμπτη 6 Φεβρουαρίου 2014

«῎Ω τρισμακάριστον Ξύλον!»

 


 
 
Σήμερα η Εκκλησία εορτάζει την παγκόσμια  ύψωση του τιμίου και ζωοποιού Σταυρού. Η γιορτή είναι αρχαιότατη και  μια από τις Δεσποτικές γιορτές, τις γιορτές δηλαδή τις αφιερωμένες στο  Δεσπότη Χριστό. Η γιορτή συνδέεται με μεγάλα ιστορικά γεγονότα της  Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, γι’ αυτό έχει πανηγυρικό χαρακτήρα. Συγχρόνως  όμως αναφέρεται στη σταύρωση και το θάνατο του Κυρίου, γι΄ αυτό και  τιμάται με αυστηρή νηστεία, όπως η Μεγάλη Παρασκευή. Το Ευαγγέλιο, που  διαβάζεται στη θεία Λειτουργία, είναι το ίδιο που διαβάζεται και τη Μεγ.  Παρασκευή. Μέχρι πριν λίγα χρόνια η εορτή της Υψώσεως του τιμίου  Σταυρού ήταν ημέρα γενικής αργίας, αλλά μετά τον πόλεμο οι εργάσιμες  ημέρες της εβδομάδας, ενώ από έξη έγιναν πέντε, η εορτή του Σταυρού  είναι εργάσιμη ημέρα. 

Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2014

Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΠΕΙΡΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ

Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΠΕΙΡΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ



Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΠΕΙΡΑΣΜΟΣ
ΤΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ
Αρχιμ. Ιερόθεος Σ. Βλάχος
(Νυν Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγ. Βλασίου) 

Την εποχή που ήμουν φοιτητής γινόταν πολύς λόγος για τον Καζαντζάκη και τα έργα του, που κυκλοφορού­σαν πάρα πολύ και διαβάζονταν από τους νέους. Επει­δή άκουγα πολλά για τον Καζαντζάκη και για τις περι­πέτειες της ζωής του, ήθελα να έχω προσωπική γνώμη. Γι’ αυτό άρχισα να διαβάζω προσεκτικά και, κατά το δυνατόν, απροκατάληπτα τα έργα του.
Το πρώτο βιβλίο που επέλεξα να διαβάσω ήταν «ο φτωχούλης του Θεού», που ήταν συγγενέστερο στις χρι­στιανικές απόψεις. Διαπίστωνα ότι περιέγραφε θαυμάσια τα γεγονότα, είχε πραγματικά ένα υπέροχο λογοτεχνικό ταλέντο, αφού διατύπωνε τις απόψεις του με ωραίο τρό­πο, δυνατές λέξεις και κυρίως με λεπτότητα εκφράσεων. Όμως κατάλαβα ότι, εν πολλοίς, εξέφραζε έναν μονα­χισμό ξένο προς την Ορθόδοξη Παράδοση. Δεν μπόρε­σε ποτέ να καταλάβη την ορθόδοξο μοναχισμό. Αυτό ση­μαίνει ότι παρουσίαζε τον μοναχισμό μέσα στα δυτικά πλαίσια, αφού στην Δύση ο μοναχισμός αναπτύχθηκε στην προσπάθεια να σωθή η Εκκλησία. Αντίθετα, στην Ορθόδοξη Εκκλησία, ο μοναχός αγωνίζεται να σωθή ο ίδιος και όχι να σώση την Εκκλησία. Πέρα από αυτό η παρουσίαση του μοναχού ως αντίθετο προς την ανθρώπινη γνώση, ως επιθετικόν προς την κοινωνία και τα γράμματα, η συναισθηματική έξαρση, η πορεία μέχρι την συναισθηματική βίωση του Σταυρού, χωρίς να καταλήγη και στην Ανάσταση, η άγνωστη για την Ορθοδοξία ταύτιση των πληγών του Χριστού με τις σωματικές πλη­γές του ανθρώπου, παρουσιάζουν μια ξένη κατάσταση προς την Ορθοδοξία, είναι ουσιαστικά ξένο σώμα στην Παράδοσή μας. Ο Φραγκίσκος της Ασίζης έφθασε μέ­χρι την βίωση (αρρωστημένα) του Σταυρού του Χριστού, ενώ ο άγιος Σεραφείμ του Σαρώφ έφθασε στην εμπειρία της Αναστάσεως, όπως εκφραζόταν στον χαιρετισμό του, «Χριστός Ανέστη, χαρά μου».
Το δεύτερο βιβλίο του Καζαντζάκη που διάβασα ήταν «ο Χριστός ξανασταυρώνεται». Στο βιβλίο αυτό φαινό­ταν καθαρά η σοσιαλιστική αντίληψη του συγγραφέα. Δεν πρόκειται εδώ να παρουσιάσω τις απόψεις μου για το βι­βλίο και τις ιδέες που περικλείονται σ’ αυτό. Θα αρκεσθώ στην παρουσίαση μερικών εντυπώσεών μου από την ανάγνωση. Πρώτον, διέκρινα μια λογοτεχνία ξεπερασμέ­νη για την εποχή μας. Ο Καζαντζάκης χρησιμοποιεί ωραίες εκφράσεις, περιπεπλεγμένες προτάσεις, ενώ η σύγ­χρονη λογοτεχνία αρκείται στην παρουσίαση της εικόνας με λίγες, λιτές και απλές λέξεις. Δεύτερον, διακρίνεται ο Καζαντζάκης για τον παθολογικό ηδονισμό της περι­γραφής διαφόρων ερωτικών σκηνών, φυσικών και ανωμάλων. Η σύγχρονη ψυχολογία μπορεί να κάνη αναλύ­σεις πάνω στο σημείο αυτό. Τρίτον, ο Καζαντζάκης ου­σιαστικά είναι πουριτανός, εκφράζει το δυτικό πνεύμα. Από την μια επαινεί υπερβολικά τον Παπά-Φώτη, χρη­σιμοποιώντας εκφραστικότατα κοσμητικά επίθετα, από την άλλη κατεβάζει μέχρι τα «τάρταρα» της Κολάσεως τον Παπά-Γρηγόρη. Ξεχωρίζει τους ανθρώπους σε καλούς και κακούς με ανάλογα δικά του αισθήματα. Αυτό συνιστά δυτική και κυρίως πουριτανική αντίληψη, όπως το περιγράφει πολύ ωραία ο Παπά-Φιλόθεος Φάρος, και διαφέρει πολύ από ανάλογες περιγραφές του Παπαδιαμάντη, ο οποίος παρουσιάζει και τα λάθη των Κληρικών, ό­πως και όλων των ανθρώπων, αλλά στέκεται με αγάπη, σεβασμό, περιμένοντας την τελική κρίση από τον Θεό. Ο Παπαδιαμάντης δεν χωρίζει τους ανθρώπους σε κα­λούς και κακούς με κριτήρια ηθικολογικά, αλλά βλέπει την τρεπτότητά τους τόσο προς το κακό όσο και προς το καλό και κυρίως αφήνει τον Θεό να τους κρίνη.
Μελέτησα και άλλα έργα του Καζαντζάκη. Αλλά ε­κείνο που με εντυπωσίασε ήταν η αλληλογραφία που εί­χε με έναν ιερέα που υπηρετούσε στην Αμερική και Ονο­μαζόταν Εμμανουήλ Παπαστεφάνου. Μου έκαναν τερά­στια εντύπωση οι επιστολές του Καζαντζάκη γιατί είναι αρκετά εκφραστικές. Στην αλληλογραφία αυτή διατύπω­νε τις σκέψεις του για τα βιβλία που έγραφε τότε, ζητού­σε την γνώμη του Παπαστεφάνου και γενικά φαίνεται ό­λος ο χαρακτήρας και οι σκέψεις του. Σε μια επιστολή του ο Καζαντζάκης έγραφε στον Παπαστεφάνου: «Γρά­φε μου ταχτικά και μεγάλα γράμματα. Αν αργώ λίγο, μη στενοχωράσαι. Είμαι πνιγμένος σε αγωνία. Η φωνή σου, απ’ την άλλην άκρα του Ωκεανού, με σώζει». Τον παρακαλεί να του στείλη τις σκέψεις του, την «θεογονία» του, για να την περιλάβη στο βιβλίο του «Συμπόσιο». Με­ταξύ των άλλων του γράφει: «Γι’ αφτό σε παρακαλώ θερ­μότατα γράψε μου όσο μπορείς λεπτομερέστερα τη θεο­γονία σου, έτσι θα με βοηθήσεις πολύ να βάλω στο στό­μα σου τα λόγια ακριβώς που σου ταιριάζουν».
Τον καιρό που έγραφε την «ασκητική» του, είχε τα­κτική αλληλογραφία με τον Ιερέα Εμμανουήλ Παπαστε­φάνου, ο οποίος, όπως φαίνεται, διαπνεόταν από τις ί­διες αντιλήψεις. Από το Βερολίνο που βρισκόταν εκείνη την εποχή (1922-1923) ο Καζαντζάκης του έστειλε επιστο­λή με την εξής αρχή: «Άρχισα, αδερφέ Παπαστεφάνου, ένα νέο βιβλίο, μυστικό τέλειο. Salvatores Dei», δηλαδή σωτήρες του Θεού. Στα γράμματά του παρουσιάζει όλο το περιεχόμενό της «ασκητικής του» και τα κεντρικά ση­μεία. Κάπου γράφει χαρακτηριστικά: «Ο Θεός μου είναι όλο λάσπη, αίματα, επιθυμίες κι δράματα. Δεν είναι ο αγνός, άσπιλος, παντοδύναμος, πάνσοφος, δίκαιος πα­νάγαθος. Δεν είναι φως. Με αγώνα, με κάματο μετουσιόνει τη νύχτα μέσα στα σωθικά του και την κάνει φως. Ανηφορίζει αγκομαχώντας τον ανήφορο της αρετής. Φωνάζει βοήθεια. Δεν μα σώζει. Εμείς τονε σώζομε. Salvatores Dei! Τι θα πει τόνε σώζομε; Σώζομε μέσα απ’ την εφήμερη πήλινη ύπαρξή μας την πνοή την αιώνια, μετουσιόνουμε τη σάρκα, τον αέρα, το νερό και τα κάνομε πνέμα». Και μεταξύ των άλλων συνιστά: «Πρέπει χωρίς άλο να Ιδρύσομε Εκκλησίες στα διάφορα μέρη».
Στην αλληλογραφία αυτή φαίνεται η αγωνία του Κα­ζαντζάκη να δημιουργήση έναν δικό του Θεό. Ο Καζαν­τζάκης πραγματικά πέρασε από πολλά στάδια στην ζωή του. Αυτό φαίνεται εκφραστικότατα σε μια από τις τε­λευταίες επιστολές του, που την έγραψε την 25-4-54. Με­ταξύ των άλλων γράφει:
«Τρία τα μεγάλα θεολογικά στάδια που πέρασα: 
1   - Θεέ μου, εσύ θα με σώσης· 
2    - Θεέ μου, εγώ θα σε σώσω· 
3    - Μαζί θα συνεργαστούμε μαζί θα σωθούμε, Θεέ μου». 
Μόνο μέσα από τα πλαίσια αυτά πρέπει να δούμε όλο το έργο του Καζαντζάκη. Έτσι ακριβώς το είδα διαβά­ζοντας κείμενά του, πριν από πολλά χρόνια. Ανέφερα όλα αυτά γιατί τα συνδέω αναπόσπαστα με το βιβλίο του «ο τελευταίος πειρασμός». Πρέπει να ομολογήσω ότι προσπάθησα να διαβάσω και αυτό το βιβλίο, για το οποίο είχε γίνει πολύς λόγος. Πραγματικά, άρχισα να δια­βάσω τις πρώτες σχεδόν 100 σελίδες, αλλά δεν μπόρεσα να συνεχίσω. Ήταν γραμμένο με τέτοια εμπάθεια, διαστρέβλωνε τόσο πολύ τα πράγματα, ώστε παρά την επιθυμία μου να το διαβάσω ολόκληρο, χάρη περιεργείας, ως αντικειμενικός αναγνώστης, δεν το άντεξα. Απλώς αρκέστηκα να διαβάσω αποσπασματικά μερικές σελίδες του. Με την ανάγνωση των πρώτων σελίδων και την α­ποσπασματική ανάγνωση τμημάτων του βιβλίου, αφού η συνείδησή μου διαμαρτυρόταν να το τελειώσω ολόκλη­ρο, συνέλαβα το νόημα και τις «βλασφημίες» του βιβλίου αυτού.
Αργότερα το έτος 1988, το βιβλίο «ο τελευταίος πει­ρασμός» έγινε κινηματογραφική ταινία από τον Σκορτσέζε και παιζόταν σε κινηματογράφους των Αθηνών. Τότε έγινε πολύς λόγος. Υπήρξε και αντίδραση από πλευράς Εκκλησίας και διαφόρων Χριστιανών. Την εποχή εκείνη με παρεκάλεσαν από την Ιερά Σύνοδο να γράψω τις απόψεις μου. Στην συνέχεια το καταχωρώ ολόκληρο το κείμενο, όπως ακριβώς γράφτηκε τότε.
Η προβολή της ταινίας που αναφέρεται στο ψευτο­πρόβλημα του «τελευταίου πειρασμού» του Χριστού δεί­χνει ότι δεν είναι ο πρώτος και τελευταίος πειρασμός του Χριστού και της Εκκλησίας, δείχνει, δηλαδή, ότι ούτε τώρα άρχισε, αλλά ούτε και πρόκειται να τελειώση η αν­τίδραση εναντίον του Χριστού. Ο Συμεών ο Θεοδόχος το έχει προφητεύσει: «ούτος κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών εν τω Ισραήλ και εις σημείον αντιλεγό­μενον» (Λουκ. β, 34). Στην πραγματικότητα όμως δεν είναι πειρασμός του Χριστού, γιατί Αυτός δεν υφίσταται καμμία προσβολή από την προβολή, όπως ο ήλιος δεν υφίσταται φθορά από την οποιαδήποτε αμφισβήτηση, αλλά είναι σημαντικός πειρασμός του ίδιου του ανθρώπου. Άλλωστε κάθε Χριστολογικό θέμα αναφέρεται και επεκτείνεται στον άνθρωπο και άρα είναι ανθρωπολογικό και σωτηριολογικό πρόβλημα.
Έτσι με την ταινία αυτή, όπως και με άλλες που έ­χουν παραπλήσιο περιεχόμενο οι άνθρωποι προβάλλουν τον ίδιο τον αρρωστημένο εαυτό τους και τον καθορίζουν αρνητικά. Εάν κάθε κίνηση σκέψεως και κάθε ενέργεια θελήσεως μεταφέρει στον γύρω κόσμο και γνωστοποιεί τα κρυπτογραφημένα μηνύματα του εσωτερικού κόσμου, αυτό πολύ περισσότερο ισχύει για την ταινία του «τελευ­ταίου πειρασμού». Και εάν κάθε εχθρική κίνηση εναντίον του Θεού έχει σημαντικές συνέπειες για την ζωή του αν­θρώπου αυτό το ίδιο συμβαίνει και με την εχθρική κίνη­ση εναντίον του Χριστού, αφού είναι Θεός αληθινός.
Επομένως, δεν αισθανόμασθε τόσο την ανάγκη να υπερασπίσουμε τον Χριστό, τον οποίο φυσικά ομολογού­με, αλλά κυρίως αισθανόμαστε την ανάγκη να υπερασπίσουμε τον ίδιο τον άνθρωπο. Γιατί κάθε υποτίμηση του Χριστού έχει συνταρακτικές συνέπειες για την σωτηρία του ανθρώπου και γενικά για τον ίδιο τον άνθρωπο. Άλ­λωστε Αυτός ο Ίδιος ο Χριστός παραδόθηκε στον θά­νατο χωρίς να αντισταθή, ούτε ζήτησε, αλλά και ούτε ά­φησε τους Μαθητάς Του να τον υπερασπίσουν ή να αντισταθούν. Στον Απόστολο Πέτρο που επεχείρησε να Τον υποστηρίξη είπε χαρακτηριστικά: «βάλε την μάχαιραν εις την θήκην» (Ιω. ιη, 11). Αυτός παραδόθηκε «εις χείρας ανθρώπων αμαρτωλών», αλλά στην πραγματικότητα αυτή η παράδοση είναι ζωή για τον άνθρωπο, αφού ο Χρι­στός δοξάσθηκε, αλλά και δόξασε τους ανθρώπους. Ο Χριστός έχει μια ζωή που είναι πέρα από τον θάνατο, εί­ναι στην πραγματικότητα υπέρβαση του θανάτου, αλλά και αυτής της βιολογικής ζωής. Άλλωστε, το εσφαγμένον Αρνίον της Αποκαλύψεως, που είναι ο Ίδιος ο Χρι­στός νικά τελικά το θηρίο της Αποκαλύψεως. Υπάρχει, λοιπόν, ένας διωγμός που είναι δόξα. Και υπάρχει ένας θάνατος που είναι ανάσταση. Άρα το ψευτοπρόβλημα του «τελευταίου πειρασμού» του Χριστού είναι στην πραγματικότητα ένα υπαρκτό πρόβλημα του ίδιου του αν­θρώπου.
Η Εκκλησία και ο σκοπός της
Αυτή μέσα σε γενικές γραμμές είναι και η ατμόσφαι­ρα της Εκκλησίας, που δεν είναι ένας κατεστημένος θε­σμός, αλλά το Σώμα του Χριστού. Σήμερα πολλοί άνθρω­ποι μιλούν για έναν Χριστιανισμό που έφερε έναν καινού­ριο πολιτισμό και άλλαξε ριζικά τις κοινωνικές συνθή­κες ζωής. Δεν μπορεί κανείς να αρνηθή αυτήν την πραγ­ματικότητα. Αλλά πρέπει να τονισθή ότι πολλοί από μας προσδίδουμε στον Χριστιανισμό μια ιδεολογική νοο­τροπία. 
Η λέξη Χριστιανισμός χρησιμοποιείται για να δηλώση μια ιδιαίτερη ιδεολογία που είναι έτοιμη να αντιπαραταχθή σε άλλες ανθρωποκεντρικές ιδεολογίες και να δώση και τον δικό της λόγο. Όμως πρέπει να νοιώθουμε τον Χριστιανισμό κυρίως και προ παντός ως Εκκλησία, που δεν υποτάσσεται, αλλά και ούτε συγκαταλέγεται σε καμμιά ιδεολογία. Η ιδεολογία διακρίνεται για τις αν­θρωποκεντρικές και ουμανιστικές ιδέες που δεν έχουν στενή σχέση με την πραγματική ζωή, διαποτίζεται από την διάθεση της επιβολής με κάθε τρόπο και μέσο, χω­ρίς αγάπη και ελευθερία, που αποβλέπει στην απόκτηση οπαδών που θα διαδίδουν τις ιδέες αυτές, που θυσιάζει τους οπαδούς της και καταφέρεται, όταν χρειασθή, ανελέητα εναντίον των εχθρών της. Όμως η Εκκλησία δεν υποτάσσεται σε τέτοια απάνθρωπη νοοτροπία, αλλά εί­ναι η μάνα των ανθρώπων.
Άλλωστε η λέξη Εκκλησία σημαίνει την σύναξη, την συνάθροιση των διεσκορπισμένων. Είναι σημαντικό ότι κατά την διάρκεια της Λειτουργίας στην αποστολική ε­ποχή και μάλιστα κατά την προσφορά του άρτου γιά να γίνη Σώμα Χριστού υπήρχε η εξής προσευχή: «Ώσπερ ην τούτο το κλάσμα διεσκορπισμένον επάνω των ορέων και συναχθέν εγένετο εν, ούτω συναχθήτω σου η Εκκλη­σία από των περάτων της γης εις την σην βασιλείαν».
Αυτό δείχνει και την καθολικότητα της Εκκλησίας. Η Εκκλησία έχει την πλήρη και ολοκληρωμένη αλήθεια για τον Θεό, τον άνθρωπο και τον κόσμο. Στην Εκκλησία δεν υπάρχουν διαστάσεις και μεμονομένες απολυτοποιήσεις της ζωής. Η Εκκλησία διαθέτει ολόκληρη την αλήθεια, ενώ η αίρεση διακρίνεται για την μερικότητα και την αποσπασματικότητα. Και γνωρίζουμε πολύ καλά ότι κάθε αποσπασματικότητα και κάθε υπερτονισμός ενός μέρους της αλήθειας σε βάρος της καθολικότητος όχι μό­νο συνιστά αιρετικό τρόπο ζωής, αλλά ταυτόχρονα συνιστά και ένα σχιζοφρενικό τρόπο ζωής. Άλλωστε, αφού η αίρεση ορίζεται ως επιλογή ενός μέρους της αλήθειας και η σχιζοφρένεια ορίζεται ως υπερτονισμός ενός μέρους και παραθεώρηση ενός άλλου, ή του πληρώμα­τος της καθολικότητος, αυτό σημαίνει ότι κάθε αίρεση συνδέεται στενά με την σχιζοφρένεια, δηλαδή την απομονωμένη λειτουργία της ανθρώπινης προσωπικότητος.
Έτσι, λοιπόν, η Εκκλησία έχουσα όλη την αλήθεια που είναι στην πραγματικότητα όχι αφηρημένη, αλλά υπαρξιακή, αγκαλιάζει όλους τους ανθρώπους και αγωνίζεται να τους οδηγήση στην θέωση, που συνιστά την πνευ­ματική ολοκλήρωση του ανθρώπου. Αντίθετα, πολλές ανθρώπινες επιδιώξεις, που εκφράζονται με τις ιδεολο­γίες και την τέχνη είναι αποσπασματικές, γι’ αυτό και καταλυτικές για την αλήθεια και τον άνθρωπο. Η ται­νία αυτή που τώρα άρχισε να προβάλλεται είναι αποσπασματική, γιατί δείχνει μια πλευρά του Χριστού και μάλι­στα κακοποιημένη.
Το διδασκαλικό έργο της Εκκλησίας
Αφού η Εκκλησία ως Θεανθρώπινο Σώμα και όχι ως ένα ανθρώπινο σωματείο, ως Θεανθρώπινος Οργανισμός και όχι ως μια ανθρώπινη οργάνωση διαθέτει την αλή­θεια και την σωτηρία, επιδιώκει δια των Ποιμένων της να καθοδηγήσει το λαό στη βίωση αυτής της αλήθειας.
Κατά τον άγιο Ιωάννη της Κλίμακος ένα από τα βασι­κά καθήκοντα του Ποιμένος είναι το διδασκαλικό, αφού «διδάσκαλος έστιν όντως». Αν η διδασκαλία είναι απαραίτητη σε όλες τις εποχές, πολύ περισσότερο χρειάζε­ται στην δική μας εποχή, στην οποία επικρατεί ένας θα­νάσιμος συγκρητισμός. Συμβιβάζουμε όλα τα ασυμβίβαστα, λατρεύουμε πολλές θεότητες, καταλήγουμε στην ειδωλολατρεία, απομονώνουμε τις ανθρώπινες λειτουργίες από την ολότητα της ψυχοσωματικής μας υπάρξεως και γενικά διαταράσσουμε την υπάρχουσα ισορροπία.
Είναι λυπηρό να ονομάζεται κάποιος Χριστιανός και μάλιστα να θίγεται όταν αποκληθή διαφορετικά, ενώ αρνείται ή αγνοεί βασικές διδασκαλίες της πίστεως. Και το χειρότερο είναι όταν το κάνη αυτό εν ονόματι μιας κα­κώς νοουμένης τέχνης, μιας επιδερμικής κουλτούρας και μιας ψευδούς ελευθερίας. Βέβαια, η αληθινή τέχνη δεν υπερτονίζει ένα μέρος της ζωής σε βάρος του άλλου, η πραγματική κουλτούρα δεν απορρίπτει βασικές πλευρές της ανθρώπινης ζωής και η ουσιαστική ελευθερία δεν απομονώνεται ή αποξενώνεται από την αληθινή αγάπη. Σε αντίθετη περίπτωση η τέχνη υποβαθμίζει τον άνθρωπο, η κουλτούρα τον νεκρώνει και η ελευθερία οδηγεί την αν­θρώπινη ύπαρξη στο μηδέν.
Γι’ αυτό οι Ποιμένες της Εκκλησίας πρέπει να προ­σφέρουν την Ευαγγελική και εκκλησιαστική αλήθεια στους πιστούς της και να τους αναγεννούν καθημερινά. 
Αυτό είναι αναγκαίο και απαραίτητο γιατί αυτή η διδα­σκαλία, επειδή συνδέεται με τις εντολές του Χριστού, εί­ναι θέμα ζωής. Ο Ίδιος ο Χριστός είπε: «ο τον λόγον μου ακούων και πιστεύων τω πέμψαντί με έχει ζωήν αιώ­νιον, και εις κρίσιν ουκ έρχεται, αλλά μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την ζωήν» (Ιω. ε’ 24). Άρα ο λόγος του Θεού δεν είναι ένας κενός, φλύαρος, ανθρώπινος λόγος, αλλά θεία Χάρη και θεία ενέργεια και επομένως αναγεν­νά τον άνθρωπο.
Βέβαια, μερικοί σήμερα αισθάνονται ώριμοι και πεπληρωμένοι και δεν θέλουν να δέχωνται πνευματική κα­θοδήγηση από τους Ποιμένας της Εκκλησίας. Ισχυρί­ζονται ότι οι ίδιοι είναι υπεύθυνοι για την ζωή τους και ότι μόνοι τους θέλουν να αναζητήσουν να βρούν την α­λήθεια, γι’ αυτό και αρνούνται κάθε είδους υπευθυνότητα και αρμοδιότητα στους Ποιμένες της Εκκλησίας. Αλλά η πνευματική ωριμότητα έγκειται στην ταπείνω­ση του πνεύματος και στην έλευση της θείας Χάριτος. Ώριμοι δεν είναι εκείνοι που κλείονται ερμητικά στον ε­αυτό τους και τον θέτουν κριτήριο και κέντρο όλου του κόσμου, αλλά όσοι ταπεινώνονται, εξέρχονται από την φρικτή φυλακή του εαυτού τους και αναζητούν την πλη­ρότητα στον Χριστό και την Εκκλησία Του. Και η προ­σφορά της αλήθειας γίνεται δια των γνησίων Ποιμένων.
Ο Χριστός, μιλώντας προς τους Μαθητάς Του είπε: «ο ακούων υμών εμού ακούει και ο αθετών υμάς εμέ αθετεί· ο δε εμέ αθετών αθετεί τον αποστείλαντά με» (Λουκ. ι, 16). Οι Ποιμένες της Εκκλησίας δεν είναι α­πλώς οι αντιπρόσωποι του Χριστού, ωσάν ο Χριστός να κατοική απλώς στους ουρανούς και έχει εκχωρήσει τα καθήκοντα της διακυβερνήσεως της Εκκλησίας στους Ποιμένες, αλλά το μυστήριο της αισθητής παρουσίας του Χριστού πάνω στην γη. Γι’ αυτό και οι Ποιμένες της Εκ­κλησίας είναι εις τύπον και τόπον της Κεφαλής της Εκκλησίας, δηλαδή του Χριστού. Ο ιερός Χρυσόστομος δι­δάσκει ότι έργο του ιερέως είναι να παρακολουθή τις αι­ρετικές διδασκαλίες και ιδέες που κυκλοφορούν, και στην συνέχεια να διδάσκη τον λαό, ώστε να προφυλαχθή από αυτές. Έτσι, πνευματική ωριμότητα διαθέτει ο άνθρω­πος εκείνος, που καθοδηγούμενος από τους Ποιμένες της Εκκλησίας, όπως ο Ισραηλιτικός λαός από τον Μωυσή, εξέρχεται από την γη της Αιγύπτου και πορεύεται προς την γη της επαγγελίας.
Ο Θεάνθρωπος Χριστός
Και ερχόμαστε στο βασικό σημείο το οποίο, δυστυ­χώς, διαστρεβλώνεται στην ταινία στην οποία αναφερόμαστε. Βασική διδασκαλία της Εκκλησίας είναι ότι ο Χριστός είναι Θεάνθρωπος, δηλαδή τέλειος Θεός και τέ­λειος άνθρωπος. Η θεία με την ανθρώπινη φύση ενώθηκαν ατρέπτως, αναλλοιώτως, ασυγχύτως και αδιαιρέτως στο Πρόσωπο του Λόγου. Αυτή η πίστη είναι το θεμέλιο της εκκλησιαστικής ζωής. Δεν πρόκειται για μια λεπτο­μέρεια, που αν κλονισθή ίσως δεν επιφέρει καμμία αλλοίωση στον εκκλησιαστικό Οργανισμό, αλλά για το κεντρικό θεμέλιο της πίστεως. Γιατί, εφ’ όσον ο Χριστός είναι η Κεφαλή της Εκκλησίας, αυτό σημαίνει ότι αν κλονισθή αυτή η διδασκαλία, τότε αυτομάτως και η Εκκλη­σία συγκαταλέγεται μεταξύ των ανθρωποκεντρικών συ­στημάτων και άρα ο άνθρωπος παραμένει αιωνίως αλύτρωτος.
Είναι χαρακτηριστικός ένας διάλογος που έγινε με­ταξύ του Χριστού και των Μαθητών Του. Τους ερώτησε: «τίνα με λέγουσιν οι άνθρωποι είναι τον υιόν του ανθρώπου;». Εκείνοι τον πληροφόρησαν ότι τον θεωρούν ως τον Ηλίαν, τον Ιερεμίαν ή έναν από τους άλλους Προφήτας. Και όταν ο Χριστός επανήλθε και ζήτησε την προ­σωπική τους άποψη πάνω στο θέμα αυτό, ο Απόστολος Πέτρος εξ ονόματος όλων απήντησε: «συ ει ο Χριστός ο υιός του Θεού του ζώντος». Με αφορμή αυτήν την ο­μολογία ο Χριστός διεκήρυξε: «μακάριος ει, Σίμων Βαριωνά, ότι σαρξ και αίμα ουκ απεκάλυψέ σοι, άλλ ο πα­τήρ μου ο εν τοίς ουρανοίς, καγώ δε σοι λέγω ότι συ ει Πέτρος, και επί ταύτη τη πέτρα οικοδομήσω μου την Εκ­κλησίαν» (Ματθ. ιστ, 13-18). Η πέτρα πάνω στην οποία στηρίζεται η Εκκλησία είναι η ομολογία ότι ο Χριστός είναι Υιός του Θεού. Αυτό σημαίνει ότι όταν κλονίζεται αυτή η πίστη και ομολογία, τότε κλονίζονται τα θεμέλια της Εκκλησίας.
Ο Χριστός, εκτός του ότι είναι αληθινός Θεός, είναι και αληθινός άνθρωπος, δηλαδή σε ένα συγκεκριμένο χρονικό σημείο ενηνθρώπησε, προσέλαβε την ανθρώπινη φύση. Όμως υπάρχουν μερικοί σήμερα οι οποίοι όχι μόνον δεν μπορούν να καταλάβουν την θεότητα του Χρι­στού, αλλά ούτε μπορούν να ερμηνεύσουν και την ανθρωπότητα του Χριστού. Ισχυρίζονται ότι ο Χριστός ως άν­θρωπος είχε όλα τα προβλήματα εκείνα που αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι, κυρίως τα σαρκικά, και έτσι θέλουν να τον ερμηνεύσουν, όπως γίνεται στην ταινία στην οποία αναφερόμαστε.
Το θέμα είναι αρκετά μεγάλο και δεν θέλουμε να κου­ράσουμε τον αναγνώστη με την ανάπτυξη της ορθόδοξης διδασκαλίας πάνω στο κρίσιμο αυτό σημείο. Εκείνο ό­μως που θέλουμε ιδιαιτέρως να υπογραμμίσουμε είναι ότι, ενώ ο Χριστός προσέλαβε την ανθρώπινη φύση με όλα τα λεγόμενα αδιάβλητα πάθη, εν τούτοις δεν προσέλαβε τα λεγόμενα διαβλητά και αμαρτωλά πάθη, που είναι αποτέλεσμα της πτώσεως του Αδάμ, όπως διδάσκουν οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας. Τα αδιάβλητα πάθη τα οποία προσέλαβε ο Χριστός, κατά τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό είναι «η πείνα, η δίψα, ο κόπος, ο πόνος, το δάκρυον, η φθορά, η του θανάτου παραίτησις, η δει­λία, η αγωνία, εξ ης οι ίδρωτες, οι θρόμβοι του αίματος, η δια το ασθενές της φύσεως υπό των αγγέλων βοήθεια και τα τοιαύτα, άτινα πάσι τοίς ανθρώποις φυσικώς ενυπάρχουσι». Παρά ταύτα ο Κύριος δεν προσέλαβε τα δια­βλητά πάθη, τα οποία συνιστούν την αμαρτία, γι’ αυτό είναι τελείως αναμάρτητος. Ο Απόστολος Πέτρος έγρα­φε στην Καθολική του επιστολή: «ος αμαρτίαν ουκ εποίησεν, ουδέ ευρέθη δόλος εν τω στόματι αυτού» (Α, Πετρ. β, 22). Και ο Ίδιος ο Χριστός προκαλούσε τους συγχρό­νους Του: «Τις εξ υμών ελέγχει με περί αμαρτίας;» (Ιω. η, 46).
Επομένως, ο Χριστός δεν είχε τις σαρκικές επιθυμίες και τις επαναστάσεις του σώματος, αφού, όπως λέγει πά­λι ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, μεγάλος δογματικός θεολόγος της Εκκλησίας,, «ουδέ το σπερματικόν και γεννητικόν είχε ο Κύριος». Και ξέρουμε καλά από την διδα­σκαλία των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας, ότι το σπερ­ματικό και γεννητικό είναι αποτέλεσμα του προπατορι­κού αμαρτήματος και είναι βλασφημία να υποστηρίζουμε ότι ο Χριστός είχε τέτοια προβλήματα. Ο Χριστός προσέλαβε όλη την ανθρώπινη φύση, γι’ αυτό και δεν εί­ναι κατά φαντασία άνθρωπος, αλλά όμως την προσέλα­βε χωρίς την αμαρτία. Άρα, η αγωνία και ο εσωτερικός πειρασμός για την διάπραξη της αμαρτίας, η αμφιταλάντευση γύρω από το θέμα αυτό, η αποδοχή της αμαρτίας στο επιθυμητικό μέρος της ψυχής, η αγωνιώδης κατάστα­ση του συνδυασμού, πολύ δε περισσότερο η πραγματο­ποίηση της αμαρτίας είναι ξένα προς τον Χριστό και ε­πομένως καθαρά αίρεση και βλασφημία.
Αυτός ο προβληματισμός είναι καρπός και αποτέλεσμα του προβληματισμού του συγγραφέα του βιβλίου πά­νω στο οποίο στηρίχθηκε η ταινία (δηλαδή του Καζαντζάκη), ο οποίος προς το τέλος της ζωής του ομολόγησε: «Τρία τα μεγάλα θεολογικά στάδια που πέρασα. 1. Θεέ μου, εσύ θα με σώσης. 2. Θεέ μου, εγώ θα σε σώσω· 3. Μαζί θα συνεργασθούμε μαζί θα σωθούμε Θεέ μου». Σ’ αυτήν την πορεία φαίνεται η αγωνία του «Θεού» του συγγραφέως, αλλά και η αγωνία του συγγραφέως να σώ- ση τον δικό του «Θεό». Αυτή η αγωνία έχει περάσει και στην ταινία.
Αλλά όλο αυτό το περιεχόμενο είναι άγνωστο στον αληθινό Θεό της Εκκλησίας, δηλαδή τον Θεάνθρωπο Χριστό. Στις φράσεις που αναφέραμε πιο πάνω φαίνεται άφ’ ενός μεν η ανθρωποκεντρικότητα του «θεού», αφ’ ετέρου δε η παντοδυναμία του ανθρώπου και η αυτοθέωσή μας, αφού και εμείς μπορούμε να γίνουμε «Salvatores Dei» δηλαδή «σωτήρες του Θεού»! Μόνο έτσι μπορεί να εξηγηθή ότι στην ταινία παρουσιάζεται η αγωνία του Χρι­στού πάνω στον Σταυρό και η απόδοση σ’ Αυτόν κατα­στάσεων που είναι έξω από το αληθινό Πρόσωπο και το πραγματικό έργο του Θεανθρώπου Χριστού.
Βέβαια, μερικοί ισχυρίζονται ότι χρειάζεται στις ημέ­ρες μας να γίνη μια απομύθευση του Χριστού. Εκτός του ότι αυτή η απομύθευση  πρέπει να στραφή και σε άλλες κατευθύνσεις μπορούμε να ισχυρισθούμε ότι αυτό το έρ­γο είναι στην πραγματικότητα άρνηση της πίστεως, αλλά και αυτής της ίδιας της επιστήμης. Γιατί γνωρίζουμε ότι επιστημονικά κάθε απομύθευση στηρίζεται στην ανακάλυψη νέων κειμένων, νέων χειρογράφων, βάσει των οποίων αναθεωρείται η εικόνα που έχουμε για κάποιο πρό­σωπο και γεγονός. Αλλά στο θέμα του Χριστού δεν έ­χουμε τέτοια κείμενα και χειρόγραφα. Επομένως, η λεγομένη απομύθευση του Χριστού δεν στηρίζεται και επι­στημονικά. Όσοι ισχυρίζονται τέτοιες ιδέες είναι ψευδείς επιστήμονες, αφού στηρίζουν και προσανατολίζουν την επιστήμη τους πάνω σε ιδεολογικές σκοπιμότητες.
Εχθροί και άρρωστοι
Χρειάζεται όμως να τονισθή και μια άλλη αλήθεια, που είναι βασική για την Εκκλησία. Καίτοι υπάρχουν με­ρικοί εχθροί που πολεμούν τον Χριστό και αντιστρατεύονται το έργο της Εκκλησίας, δηλαδή είναι «οι εχθροί του σταυρού του Χριστού», η Εκκλησία δεν τους αντιμετωπίζει ως εχθρούς, άλλ’ ως αρρώστους πνευματικά, αφού έχουν μια περιορισμένη και αποσπασματική θεώ­ρηση της ζωής, και αυτής ακόμη της πίστεως της Εκ­κλησίας. Ένας άρρωστος δεν είναι ποτέ εχθρός. Και έ­χουμε παραδείγματα μέσα στην εκκλησιαστική ζωή, σύμ­φωνα με τα οποία λεγόμενοι εχθροί σε μια δεδομένη στιγ­μή μετεστράφησαν, απέκτησαν καθολική όραση της αλήθειας και έγιναν ομολογητές του Χριστού. Χαρακτη­ριστικό παράδειγμα είναι του αγίου Πορφυρίου του από μίμων, ο οποίος ως μίμος διακωμωδούσε το Βάπτισμα των Χριστιανών. Όταν όμως, κατόπιν θαύματος, αισθάνθηκε την ώρα εκείνη ότι δέχθηκε την Χάρη του Χριστού, ομολόγησε τον Χριστό και υπέστη το μαρτύριο για την δόξα Του, οπότε θεωρείται από την Εκκλησία μάρτυς Ιησού Χριστού. Άλλωστε, όπως αναφέραμε στην αρχή, η Εκκλησία δεν είναι μια ανθρώπινη ιδεολογία, αλλά κυ­ρίως και προ παντός οικογένεια, και μάλιστα πνευματι­κό Νοσοκομείο που θεραπεύει τον άνθρωπο.
Έτσι και εμείς μιμούμενοι τον Χριστό, αντιμετωπίζουμε όλους τους ανθρώπους με αγάπη και κατανόηση. Γιατί, ενώ τώρα μπορεί να φαίνονται εχθροί, μπορεί να υπάρξη περίπτωση που να αποδειχθούν ομολογητές και μάρτυρες του Χριστού. Επομένως για όλους τους ανθρώπους η Εκκλησία περιμένει την ημέρα εκείνη κατά την οποία οι άρρωστοι, λόγω μιας αποσπασματικότητος, θα αποκτήσουν την καθολική θεώρηση της ζωής. Και αν καμμιά φορά η Εκκλησία φαίνεται λίγο αυστηρή στην αντιμετώπιση μερικών προβλημάτων, αυτό το κάνει από αγάπη, γιατί βλέπει την αίρεση σαν αρρώστεια που κα­ταστρέφει τον ίδιο τον άνθρωπο που την διαθέτει, αλλά αρρωσταίνει και τα υπόλοιπα μέλη της.
Επομένως, η ενδεχομένη «σκληρή» αντιμετώπιση με­ρικών περιπτώσεων δεν πρέπει να τεθή μέσα σε δικανικά σχήματα, αλλά σε θεραπευτικά, ιατρικά. Είναι και­ρός να δούμε την Εκκλησία σαν Νοσοκομείο που θερα­πεύει την μερικώς λειτουργούσα ανθρώπινη προσωπικό­τητα, και τους Κληρικούς ως ιατρούς που θεραπεύουν τον άνθρωπο με την δύναμη του κατ’ εξοχήν θεραπευτού, δη­λαδή του Χριστού.
Η ευθύνη της πολιτείας
Πέρα από όλα αυτά νομίζουμε ότι και η κάθε λογής εξουσία έχει την ευθύνη της πάνω στο θέμα αυτό που ανέκυψε. Και πάλιν θέλουμε να υπογραμμίσουμε εμφαντικά ότι δεν ενδιαφερόμαστε για την προστασία του Χρι­στού, αφού ο Ίδιος είναι ο Κύριος του ουρανού και της γης και επομένως η αυτοζωή, που διακυβερνά τα σύμπαντα και ζωοποιεί όλη την κτίση με τις άκτιστες ενέρ­γειές Του, μαζί με τα άλλα Πρόσωπα της Αγίας Τριάδος, αλλά για την προστασία του ανθρώπου και ταυτό­χρονα την προστασία της ίδιας της πολιτείας. Για την προστασία του ανθρώπου τονίσαμε τα δέοντα πιο πάνω. Για την προστασία της πολιτείας θέλουμε να υπογραμμί­σουμε ότι η εξουσία υπάρχει για να υπηρετή τον λαό και όχι ο λαός για να υπηρετή την εξουσία. Και επειδή ο ορ­θόδοξος λαός στην πλειοψηφία του είναι θρησκευτικός η πολιτεία πρέπει να σέβεται αυτήν την θρησκευτικότη­τα του λαού. Και αυτός ο σεβασμός είναι τιμή και υποχρέωση της πολιτείας.
Άλλωστε το ίδιο το ισχύον Σύνταγμα της χώρας συνετάγη στο όνομα της Αγίας Τριάδος. Η επίκληση έχει ως εξής: «Σύνταγμα εις το όνομα της Αγίας και Ομοουσίου και αδιαιρέτου Τριάδος». Και βεβαίως ο Χριστός, που διαστρέφεται από την ταινία που μελετάμε, είναι το Δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος. Αυτή δε η επί­κληση του Τριαδικού Θεού από το Σύνταγμα πιστεύουμε πως δεν είναι τυπική, αλλά έκφραση της διαχρονικής ευσέβειας του ελληνικού έθνους, αλλά και έκφραση της επιθυμίας να διευθύνεται αυτός ο λαός βάσει του θελήμα­τος του Τριαδικού Θεού.
Η πολιτεία ενδιαφέρεται για την υγεία των πολιτών της. Δεν χρειάζεται εγρήγορση και προσοχή και σε θέ­ματα πνευματικής υγείας του λαού; Έχουμε την βεβαιό­τητα ότι αυτό είναι απαραίτητο, γιατί σήμερα γίνεται από όλους παραδεκτό ότι τα προβλήματα που μαστίζουν τους ανθρώπους δεν είναι τόσο πολιτικά, κοινωνικά, οικονο­μικά, όσο κυρίως και προ παντός πνευματικά. Και η ύ­παρξη τέτοιων πνευματικών προβλημάτων είναι εκείνη που ναρκοθετεί την υγεία και την ακεραιότητα της κοι­νωνίας. Γι’ αυτό ισχυριζόμαστε ότι η πολιτεία είναι υποχρεωμένη να προστατεύση την πνευματική υγεία του λαού, αλλά να σεβασθή και τον ίδιο τον εαυτό της.
Η ταινία «ο τελευταίος πειρασμός» μας υπενθυμίζει ότι δεν υπάρχει στην πραγματικότητα πειρασμός του Χρι­στού, όπως εννοείται κακώς, αλλά πειρασμός των ανθρώπων. Και πραγματικά πάνω στον Γολγοθά, ενώ ο Χρι­στός δεν αντιμετώπισε κανένα πρόβλημα σαρκικού πει­ρασμού, αφού ο ίδιος ήταν αναμάρτητος, προσφέρθηκε από αγάπη προς το ανθρώπινο γένος να θυσιασθή, ώστε να ζήση ο κόσμος. Παρά ταύτα το γεγονός της σταυρώσεως υπήρξε πειρασμός για όλο τον κόσμο, για τους άρχοντας του Ισραήλ που σταύρωσαν τον Χριστό, για ό­λους εκείνους που συμμετείχαν στο μεγαλύτερο έγκλη­μα των αιώνων, αλλά και για τους δύο ληστές που σταυ­ρώθηκαν μαζί με τον Χριστό.
Αν δούμε την περίπτωση των δύο ληστών θα διαπι­στώσουμε ότι ο εκ δεξιών ληστής σώθηκε όχι για τα κα­λά του έργα, αφού ήταν εγκληματίας και ληστής, αλλά γιατί ομολόγησε στην θεότητα του Χριστού. Και ο εξ αριστερών ληστής καταδικάστηκε όχι για τα κακά του έρ­γα, αφού δεν ήταν χειρότερος από τον προηγούμενο, αλλά γιατί βλασφημούσε τον Χριστό. Έτσι η θετική ή αρ­νητική αναφορά τους προς τον Χριστό καθόρισε την ζωή τους αιώνια.
Νομίζουμε ότι η ίδια σκηνή επαναλαμβάνεται δια μέ­σου των αιώνων, επομένως και στις ημέρες μας. Εξα­κολουθεί να υπάρχη ένας διαρκής πειρασμός των ανθρώπων σε σχέση με το Πρόσωπο του Χριστού. Άλλοι ομο­λογούν την θεότητα του Χριστού και την αναμαρτησία του ως ανθρώπου και άλλοι βλασφημούν τον Χριστό. Οι πρώτοι σώζονται και οι δεύτεροι καταδικάζονται. Ουσιαστικά δεν καταδικάζονται από τον Χριστό, αλλά αυτοκαταδικάζονται, αφού δεν δέχονται την Χάρη Του.
Ο φόβος μας είναι μήπως η προβολή της ταινίας «ο τελευταίος πειρασμός» γίνει ένας διαρκής και αιώνιος πειρασμός για τον άνθρωπο. Με αυτήν την έννοια στρε­φόμαστε στον Ορθόδοξο ελληνικό λαό και σε κάθε υπεύθυνο και ζητούμε νηφαλιότητα, ψυχραιμία και προ παντός σοβαρότητα.
Σεπτέμβριος 1987
 
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ: 
"Παρεμβάσεις στην σύγχρονη κοινωνία" - Τόμος Α’ 
Ιερά Μονή Γενεθλίου της Θεοτόκου (Πελαγίας)

Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον       www.egolpion.com


Read more: http://www.egolpion.com/teleftaios_peirasmos.el.aspx#ixzz2sF0VmOss

Ο ΤΕΚΤΟΝΑΣ ΚΑΙ ΘΕΟΣΟΦΟΣ ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ

Ο ΤΕΚΤΟΝΑΣ ΚΑΙ ΘΕΟΣΟΦΟΣ ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ



 Ο ΤΕΚΤΟΝΑΣ ΚΑΙ ΘΕΟΣΟΦΟΣ
ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΣΙΝΙΚΟΠΟΥΛΟΣ
Νομικός με σπουδές Φιλοσοφίας-Θεολογίας και συγγραφέας


Η Μεταφυσική της Ανταρσίας 
   Από την πλευρά των μελετητών τώρα, και πέρα από φανατισμούς, ενώ ο Κα­ζαντζάκης αναγνωρίζεται ως «διανοού­μενος που θεολογεί περισσότερο από ό­λους τους Έλληνες διανοούμενους» (Μ. Αυγέρης), «μοναδικός Έλληνας λογο­τέχνης που έδωσε στο έργο του τόση θέ­ση στον Θεό και τον Χριστό που ούτε ο Παπαδιαμάντης δεν έδωσε» (Π. Χάρης) και «ο θρησκευτικώτερος όλων των συγγραφέων» (Κ. Τσάτσος), ελάχιστοι έχουν ασχοληθεί με τους επί μέρους φι­λοσοφικούς και μεταφυσικούς προβλη­ματισμούς του, όπως η ιδέα της επικρά­τησης του κοινωνικού Χριστιανισμού, το πρόβλημα συνύπαρξης καλού και κακού, η αλληλενέργεια Θεού και κό­σμου, το πρόβλημα της θεοδικίας κ.ά. Οι περισσότεροι ασχολήθηκαν κυρίως με τη χριστολογία του Καζαντζάκη, ο­ίκος αυτή εμφανίζεται στα μυθιστορήματά του, είτε για να την επικρίνουν εί­τε για να την επικροτήσουν. Ακόμη περισσότερο, λίγοι έκαναν τον κόπο να μπουν πιο βαθιά και να αναζητήσουν τις ρίζες των θρησκευτικών του ιδεών που αντανακλώνται στα έργα του. Βέ­βαια, η θρησκευτική εικονοκλασία του, ο αντικληρικαλισμός ή η μετα-χριστιανικότητα του Καζαντζάκη, όπως τη χαρακτήρισαν μερικοί, έχουν ήδη επισημανθεί από πολλούς, όπως επίσης οι επιδράσεις που δέχτηκε από το έργο του Δαρβίνου, του Φρόιντ, του Μπερξόν και φυσικά του Νίτσε, που οι σκέψεις τους χάραξαν βαθιά τη ζωή του.
Έλληνες μελετητές του έργου του, όπως ο Ν. Ματσούκας (Η Ελληνική Παρόδους τον Καζαντζάκη, 1989) και ο Θ. Δετοράκης (Ο Καζαντζάκης και το Βυζάντιο, περιο­δικό Παλίμψηστο τ. 4) ορθά επεσήμαναν ότι στα βιβλία του παρουσιάζονται πολλά στοιχεία της ελληνορθόδοξης παράδοσης, ενώ ξένοι όπως οι D. Middleton και P. Bien (God’s Struggler: Religion in the Writings of N. Kazantzakis, 1996) έχουν να πουν ίσως περισσότερα αφενός για τη θρησκευτικότητά του και τη «θεολογία της πάλης», αφετέρου για το θρησκευτικό αντικομφορμισμό και τη «μεταφυσική της ανταρσίας», όπως χαρακτηρίζουν τη σκέψη του.
Ωστόσο, οι μέχρι σήμερα μελέτες γενι­κά είναι ανεπαρκείς, γιατί δεν εξηγούν από πού αντλεί ο Καζαντζάκης ένα με­γάλο μέρος των ετερόκλητων και φαι­νομενικά αντιφατικών και προκλητι­κών ιδεών του. Θα μπορούσε βέβαια κάποιος να ισχυριστεί ότι είναι καθαρά «καζαντζικής» προέλευσης, δηλαδή προσωπικές πεποιθήσεις. Και πράγμα­τι είναι.
Η μεταφυσική του σχεδία είναι πολυφωνική αλλά οι ρίζες των ιδεών του θα πρέπει να αναζητηθούν αλλού και κυ­ρίως στις επιδράσεις που δέχτηκε από την ένταξή του στον Ελευθεροτεκτονισμό και τις μελέτες του στη Θεοσοφία, ένα πεδίο που, όπως ορθά επισημαίνει ο μελετητής του έργου του Βρασίδας Καραλής, παραμένει μέχρι σήμερα ανεξε­ρεύνητο.
Η Επαφή με τον Τεκτονισμό 
Η φιλοσοφική αναζήτηση του Καζαντζάκη ξεκίνησε πολύ νωρίς, όταν σε η­λικία 26 ετών, έχοντας πάρει το πτυχίο της Νομικής Σχολής, φεύγει από την Ελλάδα και πηγαίνει στο Παρίσι, το 1907, για να παρακολουθήσει μαθήμα­τα φιλοσοφίας από τον Μπερξόν. Ταυ­τόχρονα μελετά το έργο του Νίτσε και λίγα χρόνια μετά γράφει τη διδακτορι­κή του διατριβή Ο Φρειδερίκος Νίτσε εν τη φιλοσοφία τον Δικαίου και της Πολιτείας, για να ονομαστεί υφηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, στην έδρα της Φιλοσο­φίας του Δικαίου.
Στο Παρίσι μένει μέχρι το 1909 και στη συνέχεια επιστρέφει στην Ελλάδα. Εδώ ξεκινάει μια περιπλάνηση με σκοπό να γνωρίσει όλες τις γωνιές της ελληνικής γης και το 1914 επισκέπτεται με τον Άγγελο Σικελιανό το Άγιον Όρος. Η γνωριμία του με τον Σικελιανό θα στα­θεί καθοριστική, αφού έτσι έρχεται για πρώτη φορά σε επαφή με τις θεοσοφικές ιδέες, που είχαν μεγάλη απήχηση σε πολ­λούς διανοούμενους εκείνης της εποχής. Μέσα από το Σικελιανό, που ήταν βαθύς γνώστης της Θεοσοφίας, ο Καζαντζάκης ανακαλύπτει έναν καινούριο κόσμο, νέες ιδέες (κυρίως το θεοσοφικό συγκρητισμό), οι οποίες και είχαν άμεση επίδραση στο έργο του. Έτσι, το 1921 πηγαίνει στη Βιέννη και μελετά τις μεγάλες θρησκείες του κόσμου και ιδιαίτερα το Βουδισμό. Η ενασχόλησή του αυτή, σε συνδυασμό με τη γνωριμία του με τον Κομμουνισμό, την περίοδο 1922-24 που Βρισκόταν στο Βερολίνο, είχε ως αποτέλεσμα η μέχρι τότε ιδεο­λογία του, που ήταν κατά βάση ελληνο­κεντρική, να αποκτήσει πλέον έναν πιο οικουμενικό χαρακτήρα.
Σ’ αυτό το κλίμα αναζήτησης το 1926 ε­πισκέπτεται τους μοναχούς του Σινά και του Θιβέτ, όπως επίσης την Κίνα και την Ιαπωνία, για να γνωρίσει από κο­ντά αυτούς τους μεγάλους πανάρχαιους πολιτισμούς.
Την ίδια περίοδο πηγαίνει για λίγο στη Γαλλία και σύμφωνα με ορισμένα στοι­χεία μυείται στον Τεκτονισμό. Το ότι ο Καζαντζάκης υπήρξε τέκτονας είναι γνωστό από τα λεγόμενα του φίλου του, συγγραφέα Παντελή Πρεβελάκη, ο ο­ποίος όμως λανθασμένα αναφέρει ότι ο Καζαντζάκης είχε μυηθεί σε Στοά της Αθήνας το 1907. Την ίδια πληροφορία μεταφέρει και ο Κυριάκος Μητσοτάκης (Ο Καζαντζάκης μιλεί για τον Θεό, σελ. 53) με την παρατήρηση ότι «δεν γνωρίζου­με τίποτε άλλο για την τεκτονική του σταδιοδρομία, αν ανέβηκε σε ανώτερα δηλαδή στάδια και αν παρακολουθούσε τεκτονικές εργασίες για πολλά χρόνια». Για το ίδιο θέμα, η Έλλη Αλεξίου μνη­μονεύει τις τρεις τελείες στην υπογρα­φή του Καζαντζάκη στο γνωστό της βι­βλίο Για να Γίνει Μεγάλος. Επίσης είναι γνωστό ότι σε επιστολόχαρτά του ο Καζαντζάκης είχε τυπώσει τον ουροβόρο όφι, ένα από τα σύμβολα της Θεοσοφίας και μέσα στον κύκλο το ψευδώνυμό του Πέτρος Ψηλορείτης με τη φράση «εν το παν», ενώ στην Οδύσσειά του (Β' στιχ. 811-813) μνημονεύει τη σβάστικα, γνωστό αποκρυφιστικό σύμβολο που έ­χει την καταγωγή της στην αρχαία ινδι­κή θρησκεία.
Τη δεκαετία του ’30, ενώ βρισκόταν στην Ελλάδα, ο Καζαντζάκης υπέβαλε αίτηση μύησης στη Στοά της Θεσσαλο­νίκης Μέγας Αλέξανδρος, η οποία όμως απορρίφθηκε, γιατί ο ίδιος δήλωνε άθεος, κάτι που αντιβαίνει μια από τις θεμε­λιώδεις αρχές του Τεκτονισμού, που εί­ναι η πίστη στον Θεό. Βέβαια, η άποψή του αυτή δεν είχε αποτελέσει εμπόδιο για την ένταξή του πριν λίγα χρόνια σε γαλλική Στοά, γιατί ο γαλλικός Τεκτο­νισμός στη συντριπτική του πλειοψηφία έχει διαγράψει από τις βασικές του αρχές την πίστη στον Θεό.
Το γεγονός αυτό είχε -από πολύ παλιά- ως αποτέλεσμα οι τεκτονικές δυνάμεις των άλλων κρατών να μην αναγνωρί­ζουν πλέον το γαλλικό δόγμα και να θεωρούν τις Στοές που εργάζονται υπό την αιγίδα του όχι κανονικές αλλά «άτα­κτες», δηλαδή εκτός κανονικής τάξης. Έτσι εξηγείται γιατί δεν αναγνώρισε η ελληνική Στοά την τεκτονική ιδιότητα του Καζαντζάκη που είχε αποκτήσει στη Γαλλία και φυσικά ο λόγος που αρνήθηκε να τον δεχθεί έστω εξαρχής, ως νέο μέλος, λόγω των πεποιθήσεών του. Παρά τη μικρή του εμπλοκή με τον Τε­κτονισμό -δεν πρέπει να ξεπέρασε το βαθμό του Εταίρου- οι ιδέες του Τεκτο­νισμού και κυρίως ο ουμανιστικός του χαρακτήρας επηρέασαν βαθιά τη ζωή και το έργο του Καζαντζάκη.
...η Έλλη Αλεξίου μνη­μονεύει τις τρεις τελείες στην υπογρα­φή του Καζαντζάκη...
Η Επίδραση της Θεοσοφίας 
Τι αποκόμισε λοιπόν ο Καζαντζάκης από τη θητεία του στον Τεκτονισμό και το συγχρωτισμό του με τη θεοσοφική σκέψη;
Πρώτα απ’ όλα την τάση του για το θρησκευτικό συγκρητισμό, όπως φαί­νεται στην Ασκητική, αλλά κυρίως την αντί­ληψη ότι ο Θεός εμφα­νίζεται με διάφορα πρόσωπα, ανάλογα τις τοποχρονικές συνθή­κες, άλλοτε ως Αλλάχ, άλλοτε ως Βούδας, Θεός, Βράχμα, Ρα, Διόνυ­σος, Δίας, Γιαχβέ κ.ά., όπως και τον παρου­σιάζει στα βιβλία του. Για τον Καζαντζάκη δεν έχει σημασία η μορφή αλλά το ότι υπάρχει Θεός και εμφανίζεται με διάφορα πρόσωπα. Ακόμη, για τον ίδιο, Θεός είναι η ζωτική ορ­μή του Ηράκλειτου ή το elan vital του Μπερξόν. Ο Θεός βρίσκεται μέσα στη ζωή, στον άνθρωπο, και μάχεται για τη δική του σωτηρία.
Η σχέση του με τη θεοσοφία τον οδήγη­σε στη μελέτη του Βουδισμού και των ανατολικών θρησκειών. Χαρακτηριστικό αυτής της επίδρασης είναι το γεγονός πως δημοσίευσε το πρωτόλειο έργο του Όφις και Κρίνος με το ψευδώνυμο Κάρμα Νιρβαμή, όπου σύμφωνα με την ινδουιστική παράδοση Κάρμα είναι ο νόμος της σχέσης του αιτίου και του αιτιατού (ό,τι σπέρνει ο άνθρωπος αυτό θερίζει) και Νιρβάνα η κατάσταση της απόλυτης ανά­παυσης στην οποία φθάνει ο άνθρωπος ύστερα από συνεχείς μετενσαρκώσεις με σκοπό την τελειοποίησή του. Επίσης στα μυθιστορήματά του συχνά παρεμβάλει μικρές ιστορίες και παραμύθια ανατο­λίτικης προέλευσης, στα οποία μάλιστα φαίνεται και η υιοθέτηση κάποιων από­ψεων σούφικης προέλευσης.
Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο είναι σι αντιλήψεις του περί καλού και κακού και για τα στάδια ενοποίησης και συγ­χώνευσης καλού-κακού. Το κακό, όπως συνήθως το εννοούμε, δεν υπάρχει. Για την άποψή του αυτή είναι χαρακτηρι­στικό το εξής απόσπασμα από την Ασκητική: «Δεν πολεμούμε τα σκοτεινά μας πάθη με νηφάλια, ανεμικιά, ουδέ­τερη, πάνω από τα πάθη αρετή. Παρά με άλλα σφοδρότερα πάθη. Αφήνουμε τη θύρα μας ανοιχτή στην αμαρτία». Πίστευε ότι ο άνθρωπος αγωνιζόμενος μεταστοιχειώνει την ύλη σε πνεύμα και αυτομυούμενος φτάνει στο ανώτατο σημείο τελειοποίησης. Συχνή είναι η α­ναφορά στα έργα του της φράσης: «Θεέ μου, κάνε με Θεό» (Οδύσσεια Ξ' στιχ. 210-212, Συμπόσιο σελ. 48, Ο Τελευταίος Πειρασμός σελ. 152,273).
Όπως και οι θεοσοφιστές, αρνιόταν να δεχτεί ότι υπάρχει κόλαση, άσχετα αν τη μνημονεύει συχνά στα μυθιστομήματά του, βάζοντας τους ήρωές του να λένε φράσεις για τον παράδεισο και την κόλαση. Παράλληλα ο Καζαντζάκης πίστευε ότι ο Θεός «κρατάει σφουγγάρι και ότι όλοι οι αμαρτωλοί θα σωθούν και ο Σατανάς ο ίδιος» (Ο Φτωχούλης τον Θεού, σελ. 318).
Από γράμμα του Νίκου Καζαντζάκη στον Π. Τζελέπη, όπου διακρίνονται οι τρεις τεκτονικές τελείες κάτω από τη λέξη «Θεός».
Ο Ιούδας και οι Άλλοι Αντιήρωες 
Μια αξιοσημείωτη παράμετρος στο έρ­γο του είναι ότι πρόσωπα ανταρτών και επαναστατών τα παρουσιάζει ως ήρωες ή άγιους, κάτι που και η Θεοσοφία ανα­γνωρίζει σε μυθικές μορφές όπως ο Δαθάν, ο Αβιρών, ο Κάιν, ο Ιούδας κ.ά. Ειδικά τον Κάιν, ο Καζαντζάκης, όπως και ο πολύ παλαιότερός του Λόρδος Μπάιρον, τον εκθειάζει: «Ο Κάιν, αυτός ο απελπισμένος και περήφανος. Τον αγαπώ, ως αγαπούμε ό,τι μας μοιάζει» (Ε. Αλεξίου, Για να Γίνει Μεγάλος, σελ. 138). Όσον αφορά τον Ιούδα, είναι γνωστό ότι παίζει ηγεμονικό ρόλο στα μυ­θιστορήματά του και ιδι­αίτερα στον Τελευταίο Πειρασμό. Όπως και οι αρχαίοι Γνωστικοί, ο Κα­ζαντζάκης ισχυρίζεται ό­τι η προδοσία του Ιούδα είναι μια θεϊκή αποστολή. Τον θεωρεί συνεργάτη του Ιησού στη σωτηρία του κόσμου και εμ­φανίζει τον Χριστό να παρακαλεί τον Ιούδα να πάει στους Φαρισαίους να τον προδώσει, έργο που για τον συγγραφέα είναι πολύ βαρύτερο από τη σταύρωση του ίδιου του Ιησού (Ο Τελευταίος Πειρα­σμός, σελ. 423. 437).
Από επιστολή του Νίκου Καζαντζάκη. Πάνω δεξιά υπάρχει τυπωμένο το ταοϊστικό σύμβολο Γιν-Γιανγκ με τις γραμμές ακτινωτά του Ι-Τσινγκ.
Όπως και η ιδρύτρια της Θεοσοφίας Ε. Μπλαβάτσκι, ο Καζαντζάκης πίστευε ότι τα Ευαγγέλια είναι παραποιημένα και έπρεπε κάποιος να τα αποκαταστήσει. Ο ίδιος έγραφε ότι προσπαθούσε «να ξανασαρκώσει την ουσία του Χρι­στού, παραμερίζοντας τις σκουριές, τις ψευτιές και τις μικρότητες που τον φόρτωσαν και τον παραμόρφωσαν όλες οι Εκκλησίες και όλοι οι ρασοφόροι της Χριστιανοσύνης».
Στην προσπάθειά του αυτή μελέτησε πολλά απόκρυφα Βιβλία της Παλαιάς και Καινής Διαθήκης, απ' όπου άντλησε πολ­λά στοιχεία που τα θεωρούσε αν όχι πε­ρισσότερο, τουλάχιστον εξίσου αξιόπι­στα με αυτά της Βίβλου. Για τον Τελευταίο Πειρασμό, το πολύκροτο αυτό έργο, η σύζυγός του Ελένη Καζαντζάκη σε συ­νέντευξή της στην εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ (21.1.96) αναφέρει ότι ο Καζαντζάκης άντλησε το υλικό του από τα Απόκρυφα Ευαγγέλια.
Ο Καζαντζάκης ασπαζόταν την άποψη -διαδεδομένη στους κύκλους των τε­κτόνων και θεοσοφιστών- ότι ο Ιησούς είχε μαθητεύσει κοντά στους Εσσαίους. Τέλος, πίστευε ότι ο Ιησούς ήταν άνθρωπος που είχε μέσα του τον Θεό, ακριβώς όπως όλοι οι άνθρωποι.
Για τον Καζαντζάκη όλοι είμαστε εν δυνάμει θεάνθρωποι, όλοι έχουμε μέσα μας το θείο και με τον αγώνα και την προσωπική άσκηση υπάρχει η δυνατό­τητα να αποκτήσουμε ίσως κάποτε τη θεία υπόσταση του Χριστού και να φτάσουμε στη θέωση. Την ίδια άποψη υπογραμμίζει και ο Ρούντολφ Στάινερ, ο ιδρυτής της Ανθρωποσοφίας, που α­ναφέρει: «Για εκείνους που έχουν ανα­γνωρίσει τη θεία τους φύση, ο Ιησούς και ο Βούδας είναι μυημένοι με την πλέον υψηλή έννοια. Ο Ιησούς είναι έ­νας μυημένος μέσω της εγκατοίκησης της ύπαρξης του Χριστού μέσα του...» (Αρχαία Σοφία και Χριστιανισμός, σελ. 108-110).
Έτσι και στον Καζαντζάκη. Ο άνθρω­πος έχει μέσα του τον Θεό αλλά πρέπει να αγωνιστεί για να τον σώσει. Ο ίδιος ο Θεός χρειάζεται βοήθεια. Γι' αυτό και η Ασκητική του έχει τον υπότιτλο Salvatores Dei, δηλαδή Σωτήρες του Θεού.


Απόσπασμα από το άρθρο «Ο Τέκτονας και Θεόσοφος ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ»  του ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΣΙΝΙΚΟΠΟΥΛΟΥ στο περιοδικό ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ τεύχος 1ο


ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ
 Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον     www.egolpion.com


Read more: http://www.egolpion.com/kazantzakis_8eosofia.el.aspx#ixzz2sF05I9BU